Περιστατικά

HomeΠεριστατικά

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΙΟ

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Μὲ Πόνο καὶ Ἀγάπη»

Τὸ κοσμικό πνεῦμα στὸν Μοναχισμό

 «Θυ­μᾶ­μαι πρίν ἀ­πὸ χρό­νια, ὅ­ταν ἤ­μουν στὴν Μο­νή Στο­μί­ου, στὴν Κόνιτσα, μοῦ ἔ­φε­ρε κά­ποι­ος ἕ­να ἀ­πό­κομ­μα ἀ­πὸ μί­α ἐ­φη­με‐ρί­δα ποὺ ἔ­γρα­φε: «Τρι­α­κό­σι­ες κα­λο­γρι­ές δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­καν, για­τί νὰ μήν πα­ρα­κο­λου­θή­σουν ἕ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό ἔρ­γο, για­τί τὰ φο­ρέ­μα­τά τους νὰ εἶ­ναι μέ­χρι κά­τω καὶ ὄ­χι μέ­χρι τὸ γό­να­το». Τόσο ἀ­γα­νά­κτη­σα, ὅ­ταν τὸ δι­ά­βα­σα, ποῦ εἶ­πα: «Μά, για­τί νὰ γί­νε­τε κα­λό­γρι­ες τέ­λος πάν­των;». Καὶ τε­λι­κά ἔ­γρα­φε ὅ­τι τὰ πέ­τα­ξαν τὰ ρά­σα. Ἄν καὶ ἔ­τσι ποὺ σκέ­φτον­ταν, πε­τα­μέ­να τὰ εἶ­χαν καὶ ἀ­πὸ πρίν». (σελ. 82)

Ἡ εὐχή ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν καρδιά, εἶναι θεϊκή εὐχή

Θυμᾶμαι μία ἄλλη περίπτωση πάλι, στὴν Κόνιτσα, ὅταν ἤμουν στὴν Ἱερά Μονή Στομίου. Μετά τὴν Πανήγυρη τῆς Παναγίας στὶς 8 Σεπτεμβρίου, οἱ προσκυνητές τὰ εἶχαν ἀφήσει ὅλα ἄνω‐κάτω. Ἐκεῖ ποὺ τακτοποιοῦσα κάτι, βλέπω, κάθησε ἡ ἀδελφή μου καὶ μία ἄλλη κοπέλα νὰ συμμαζέψουν. Αὐτή ἡ καημένη εἶχε ἀκόμη δύο ἀδελφές ,ἡ μία μικρότερη, οἱ ὁποῖες εἶχαν παντρευτῆ, καὶ αὐτή εἶχε μείνει ἀκόμα ἀνύπανδρη. Τί φιλότιμο εἶχε! Κάθησε καὶ τὰ τακτοποιήσαν ὅλα καὶ στὸ τέλος μου λέει: «Ἄν χρειάζεται, Πάτερ, νὰ καθήσουμε νὰ κάνουμε καὶ τίποτε ἄλλες δουλειές». «Τόσο πολύ φιλότιμο!», λέω μέσα μου. Πάω στὸ Ἐκκλησάκι καὶ λέω μὲ ὅλη τὴν καρδιά μου: «Παναγία μου, οἰκονόμησε τὴν ἐσύ. Ἐγώ δὲν ἔχω τί νὰ τῆς δώσω» καὶ νὰ εἶχα, δὲν θὰ τὸ δεχόταν κιόλας. Ἔ, μόλις πῆγε στὸ σπίτι της, τὴν περίμενε ἕνας ποὺ ἤμασταν μαζί στρατιῶτες, ἕνα πολύ καλό παιδί, κομμάτι μάλαμα καὶ ἀπὸ καλή οἰκογένεια. Παντρεύτηκαν, μία χαρά! Πῶς τὴν πλήρωσε ἡ Παναγία!

Οὐκ ἔσται σκεῦη ἀνδρός ἐπὶ γυναικί οὐδέ μή ἐνδύσηται ἀνήρ στολὴν γυναικείαν

– Γέροντα, στo Στόμιο ἀναγκαζόσασταν ν βάζετε πινακίδες γιὰ τοὺς τουρίστες;
– Ναί, εἶχα πινακίδες. Στὸ Μοναστήρι εἶχα μία ποὺ ἔγραφε: “καλῶς ὁρίσατε”.
Πιὸ κάτω, εἴκοσι λεπτά ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, εἶχα ἄλλη ποὺ ἔγραφε:
“Οἱ ἀσέμνως ἐνδεδυμένοι πρὸς Ἀῶον”  καὶ εἶχα ἕνα βέλος ποὺ ἔδειχνε τὸ ποτάμι 
καὶ μία ἄλλη ποὺ ἔγραφε: “Οἱ σεμνῶς ἐνδεδυμένοι πρὸς Ἱεράν Μονήν” 
καὶ εἶχα ἕνα βέλος ποὺ ἔδειχνε τὸ Μοναστήρι.
Καλά δὲν ἔγραφα;»

(σελ. 288)

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Β’ «Πνευματικὴ Ἀφύπνιση»

Τί σκανδαλοποιοί εἶναι μερικοί

«Ἦταν δυὸ φίλοι στὴν Κόνιτσα ποὺ ἀγαπιούνταν πολὺ. Τὶς γιορτὲς καὶ τὶς Κυριακὲς δὲν γύριζαν μέσα στὴν πόλη· ἔρχονταν στὸ μοναστήρι, στὸ Στόμιο· ἔψελναν κιόλας. Ὕστερα ἀνέβαιναν στὸ βουνό, στὴν Γκαμήλα.
Μιὰ μέρα ἕνας διεστραμμένος τύπος τοὺς ἔβαλε σκάνδαλα. Πάει στὸν ἕναν καὶ τοῦ λέει: «Ξέρεις τί εἶπε γιὰ σένα αὐτός; Αὐτὸ καὶ αὐτό». Πάει μετὰ καὶ στὸν ἄλλον καὶ τοῦ λέει: «Ξέρεις τί εἶπε γιὰ σένα αὐτὸς ποὺ τὸν ἔχεις φίλο; Αὐτὸ καὶ αὐτό».
Ἀμέσως ἔγιναν καὶ οἱ δυὸ θηρία καὶ πιάνουν ἕναν καυγά μέσα στὸ μοναστήρι!
Ἐν τῷ μεταξὺ ἐκεῖνος ποὺ ἔβαλε τὸ φυτίλι ἔφυγε, καὶ αὐτοὶ δῶσ᾿ του νὰ μαλώνουν.
Ὁ μικρότερος ἦταν καὶ λίγο νευρικὸς καὶ ἔβριζε τὸν μεγαλύτερο.
«Τώρα, λέω, τί νὰ κάνω; Βρὲ τὸν πειρασμό, τί κάνει!».
Πάω καὶ λέω στὸν μεγάλο: «Κοίταξε, μικρὸς εἶναι· ἀφοῦ εἶναι καὶ λίγο νευρικός, μὴν τὸν παρεξηγῆς· ζήτησέ του συγγνώμη».
«Πάτερ, τί συγγνώμη νὰ ζητήσω, μοῦ λέει, δὲν βλέπεις πῶς μὲ βρίζει; Ἐγὼ οὔτε κἂν ἔχω ἰδέα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ λέει».
Πάω καὶ στὸν μικρὸ καὶ τοῦ λέω: «Κοίταξε, μεγάλος εἶναι· δὲν εἶναι ἔτσι ποὺ τὰ βλέπεις τὰ πράγματα· πήγαινε, ζήτησέ του συγγνώμη».
Ἁρπάχθηκε ἐκεῖνος· ἔβαλε τὶς φωνές: «Θὰ μαλώσουμε καὶ μαζί, Πάτερ!».
«Ἔ, νὰ μαλώσουμε, ρὲ Παντελῆ! Ἄφησέ με ὅμως νὰ ἑτοιμασθῶ λίγο…», τοῦ εἶπα καὶ ἔφυγα.
Ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι εἶχα κάτι ξύλα μακριά, γιὰ νὰ φράξω τὸν κῆπο.
Πάω, παίρνω ἀπὸ τετρακόσια μέτρα μακριὰ ἕνα ξύλο κοντὰ πέντε μέτρα καὶ τὸ σβάρνιζα σιγὰ-σιγά, γιὰ νὰ τὸν κάνω νὰ γελάσῃ.
Ἐκεῖνος ἄκουγε ποὺ τὸ σβάρνιζα, ἀλλὰ ποῦ νὰ φαντασθῇ τί τὸ ἤθελα!
Μπῆκα μέσα στὴν αὐλὴ σβαρνίζοντας τὸ ξύλο, μέχρι ποὺ ἔφθασα κάτω ἀπὸ τὸν νάρθηκα.
«Σταμάτα, ρὲ Παντελῆ, νὰ μαλώσουμε!», λέω.
Ἔσπασαν στὰ γέλια καὶ οἱ δυό, μόλις κατάλαβαν τί τὸ ἤθελα τὸ ξύλο!
Αὐτὸ ἦταν. Ἔσπασε ὁ πάγος. Ἔσκασε ὁ διάβολος.
«Εἶστε στὰ καλά σας;» τοὺς λέω· «τί εἶναι αὐτά;».
Καὶ ἀγαπήθηκαν πάλι». (σελ. 66)

Τὸ δόσιμο ἔχει θεῖο ὀξυγόνο. Οἱ ἄνθρωποι ξεχνοῦν αὐτοὺς ποὺ ὑποφέρουν

«Ὅταν εἶχα πάει στὴν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου τὸ 1958, ἦταν στὴν Κόνιτσα ἕνας Προτεστάντης ποὺ τὸν ἐνίσχυσαν οἰκονομικὰ ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ καὶ εἶχε προσηλύτισει ὀγδόντα οἰκογένειες.
Εἶχε χτίσει μάλιστα καὶ ἕνα οἴκημα, γιὰ νὰ συγκεντρώνονται.
Οἱ καημένοι οἱ ἄνθρωποι εἶχαν μεγάλη ἀνάγκη καὶ ἀπὸ τὴν μεγάλη φτώχεια ἀναγκάζονταν νὰ γίνουν Προτεστάντες, γιατὶ ἐκεῖνοι τοὺς βοηθοῦσαν οἰκονομικά.
Μιὰ μέρα μοῦ εἶπε κάποιος: «Ἐγὼ ὄχι μόνον Προτεστάντης ἀλλὰ καὶ Ἑβραῖος γίνομαι, γιατὶ ἔχω ἀνάγκη».
Ὅταν τὸ ἄκουσα αὐτό, εἶπα: «Κάτι πρέπει νὰ γίνη».
Μάζεψα μερικοὺς ποὺ εἶχαν κάποια οἰκονομικὴ ἄνεση καὶ μποροῦσαν νὰ βοηθήσουν, καὶ τοὺς μίλησα.
Τότε οἱ καημένοι ἦταν τελείως κοσμικοί, ἀλλὰ εἶχαν καλὴ διάθεση.
Μιὰ ψυχὴ συγκεκριμένα, παρόλο ποὺ καὶ αὐτὴ ἦταν τότε τελείως κοσμική, εἶχε μεγάλη καρδιά.
Ὅταν τὴν εἶδα γιὰ πρώτη φορά, εἶπα: «Ἀπ᾿ ἔξω φαίνεται σάπιο ξύλο, ἀλλὰ μέσα εἶναι δαδί».
Ἀποφασίσαμε λοιπὸν νὰ συγκεντρώνουμε μερικὰ χρήματα καὶ νὰ τὰ δίνουμε σὲ φτωχὲς οἰκογένειες.
Ὅσα συγκεντρώναμε, τοὺς ἔλεγα νὰ πηγαίνουν νὰ τὰ δίνουν οἱ ἴδιοι στοὺς φτωχούς, γιὰ νὰ συγκινηθοῦν καὶ νὰ βοηθηθοῦν πνευματικά.
Ἔτσι, καὶ πέτρινη νὰ εἶναι ἡ καρδιά τους, μαλακώνει, γίνεται ἀνθρώπινη, καὶ θὰ τοὺς ἀνοιχθῆ καὶ ἡ πύλη τοῦ Παραδείσου.
Σὲ λίγο ὅλοι αὐτοὶ ἄλλαξαν, γιατὶ ἔβλεπαν τὴν δυστυχία ποὺ ὑπῆρχε, καὶ δὲν τοὺς ἔκανε καρδιὰ νὰ πᾶνε στὰ κέντρα νὰ διασκεδάσουν.
«Μᾶς ἔχεις ἀφοπλίσει», μοῦ ἔλεγαν, «Πῶς νὰ πᾶμε τώρα νὰ διασκεδάσουμε;».
Ἦρθαν καὶ κοντὰ στὴν Ἐκκλησία.
Ἕνας μάλιστα ἔμαθα ἀργότερα ὅτι εἶχε γίνει καὶ ψάλτης.
Ἀλλὰ καὶ οἱ ὀγδόντα οἰκογένειες, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη ἐπέστρεψαν στὴν Ὀρθοδοξία.
Ὅταν ἀργότερα ἦρθαν Ἀμερικανοὶ Προτεστάντες νὰ δοῦν τὸ ἔργο τοῦ Προτεστάντη ποὺ τὶς εἶχε προσηλύτισει, τὸν πέρασαν ἀπὸ δίκη, γιατὶ δὲν εἶχε πιὰ ὀπαδούς!» (σελ. 154)

Ὁ ἄνθρωπος συχνὰ κανονίζει χωρὶς τὸν Θεὸ

«Τὸ διάστημα ποὺ ἤμουν στὴν Μονὴ Στομίου, γνώρισα ἕναν πολύτεκνο οἰκογενειάρχη ποὺ ἦταν ἀγροφύλακας σὲ ἕνα χωριὸ τῆς Ἠπείρου, ἀπόσταση τεσσερισήμιση ὧρες μὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὴν Κόνιτσα, ὅπου ἔμενε ἡ οἰκογένειά του.
Εἶχε ἐννέα παιδιά.
Ἐπειδὴ ὁ δρόμος γιὰ τὸ χωριὸ περνοῦσε ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ὁ ἀγροφύλακας αὐτὸς ἐρχόταν, καὶ ὅταν πήγαινε στὴν ὑπηρεσία του, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐπέστρεφε.
Ὅποτε ἐπέστρεφε ἀπὸ τὸ χωριό, γιὰ νὰ πάῃ στὸ σπίτι του, μὲ παρακαλοῦσε νὰ ἀνάψῃ ὁ ἴδιος τὰ κανδήλια.
Ἂν καὶ ἔχυνε κάτω λάδια, τὸν ἄφηνα νὰ τὰ ἀνάβῃ· προτιμοῦσα νὰ καθαρίσω μετὰ τὶς πλάκες τοῦ Ναοῦ, παρὰ νὰ τὸν λυπήσω.
Ὅταν ἔφευγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, τριακόσια μέτρα περίπου πιὸ ἔξω, ἔρριχνε πάντα μιὰ ντουφεκιά!
Αὐτὸ δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ἐξηγήσω, γι’ αὐτὸ ἀποφάσισα νὰ τὸν παρακολουθήσω ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ ἔμπαινε μέσα στὸν Ναὸ μέχρι νὰ πάρῃ τὸν δρόμο γιὰ τὴν Κόνιτσα.
Ἄναβε λοιπὸν πρῶτα τὰ κανδήλια μέσα στὸν Ναὸ καὶ ὕστερα ἔβγαινε στὸν νάρθηκα.
Ἀφοῦ ἄναβε καὶ ἐκεῖ τὴν κανδήλα ποὺ ἦταν πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο, μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, βουτοῦσε τὸ δάκτυλό του στὴν κανδήλα, γονάτιζε, ἅπλωνε τὰ χέρια του πρὸς τὴν εἰκόνα καὶ ἔλεγε:
«Παναγία μου, ἐννιὰ παιδιὰ ἔχω· οἰκονόμησέ τα λίγο κρέας».
Ἄλειφε στη συνέχεια τὸ στόχαστρο στὴν κάννη τοῦ ντουφεκιοῦ μὲ τὸ λαδάκι ποὺ εἶχε στὸ δάκτυλο, καὶ ἔφευγε.
Τριακόσια μέτρα ἔξω ἀπὸ τὴν μονή, ὅπου ὑπῆρχε μιὰ μουριά, τὸν περίμενε ἕνα ἀγριοκάτσικο.
Ἔρριχνε, ὅπως ἀνέφερα, μιὰ ντουφεκιά, τὸ σκότωνε, τὸ κατέβαζε κάτω σὲ μιὰ σπηλιά, τὸ ἔγδερνε καὶ τὸ πήγαινε στὰ παιδιά του.
Αὐτὸ γινόταν κάθε φορὰ ποὺ θὰ ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν δουλειά του.
Θαύμασα τὴν πίστη τοῦ ἀγροφύλακα καὶ τὴν πρόνοια τῆς Παναγίας.
Μετὰ ἀπὸ εἴκοσι πέντε χρόνια ἦρθε καὶ μὲ βρῆκε στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Κάποια στιγμὴ τὸν ρώτησα αὐθόρμητα: «Τί κάνουν τὰ παιδιά σου; Ποῦ βρίσκονται;».
Καὶ ἐκεῖνος ἅπλωσε πρῶτα τὸ χέρι του πρὸς τὸν Βορρᾶ καὶ εἶπε: «ἄλλα στὴν Γερμανία»,
καὶ μετὰ ἅπλωσε τὸ χέρι του πρὸς τὸν Νότο καὶ εἶπε: «καὶ ἄλλα στὴν Αὐστραλία· δόξα τῷ Θεῷ, ἔχουν τὴν ὑγεία τους».
Διατηροῦσε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ τὴν πίστη του, ἀλλὰ καὶ τὸν ἑαυτό του ἁγνὸ ἀπὸ ἄθεες ἰδεολογίες,
γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς δὲν τὸν ἄφησε». (σελ. 248)

Εὐλογίες τῆς θαυμαστῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ

«Ἄχ, νὰ εἶχα ἕνα Εὐαγγέλιο, πόσο θὰ μὲ βοηθοῦσε!».

Τὰ Χριστούγεννα μᾶς εἶχαν στείλει πάνω στὸ βουνὸ διακόσια δέματα ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι. Ἀπὸ τὰ διακόσια δέματα, μόνο στὸ δικό μου δέμα ὑπῆρχε ἕνα Εὐαγγέλιο! Ἦταν παλιὸ Εὐαγγέλιο, εἶχε καὶ χάρτη τῆς Παλαιστίνης.

Στὸ δέμα ὑπῆρχε καὶ ἕνα σημείωμα ποὺ ἔγραφε: «Ἂν χρειάζεσαι καὶ ἄλλα βιβλία, γράψε μας νὰ σοῦ στείλουμε».

Ἀργότερα, στὴν Μονὴ Στομίου, χρειάσθηκα μιὰ φορὰ ἕνα κανδήλι γιὰ τὸν Ναό. Ἕνα πρωί, χαράματα, κατέβηκα στὴν Κόνιτσα. Τὴν ὥρα ποὺ περνοῦσα ἔξω ἀπὸ ἕνα σπίτι, ἀκούω μιὰ κοπέλα νὰ λέῃ στὸν πατέρα της: «Πατέρα, ὁ καλόγερος!».

Τότε ἐκεῖνος ἦρθε καὶ μοῦ εἶπε: «Πάτερ, ἔταξα ἕνα κανδήλι στὴν Παναγία· πάρε αὐτὰ τὰ χρήματα νὰ τὸ ἀγοράσης», καὶ μοῦ δίνει πεντακόσιες δραχμές, ἀκριβῶς ὅσο ἔκανε τὸ 1958 ἕνα κανδήλι». (σελ. 252)

Νὰ ἀφεθοῦμε στὴν θεία πρόνοια

«Ὅταν πρωτοπῆγα στὴν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου, δὲν εἶχα ποῦ νὰ μείνω. Ὅλο τὸ μοναστήρι ἦταν γεμάτο μπάζα.
Βρῆκα μιὰ γωνιὰ κοντὰ στὴν μάνδρα, ἔβαλα κάτι ἀπὸ πάνω, γιὰ νὰ τὴν σκεπάσω λίγο, καὶ ἐκεῖ περνοῦσα τὰ βράδυα καθιστός, γιατὶ δὲν χωροῦσα νὰ ξαπλώσω.

Μιὰ μέρα ἦρθε ἕνας γνωστός μου ἱερομόναχος καὶ μοῦ λέει:
– Καλά, πῶς μένεις ἐδῶ;
– Γιατί, τοῦ λέω, οἱ κοσμικοὶ εἶχαν περισσότερα ἀπὸ μᾶς; Ὅταν εἶπαν στὸν Κανάρη, τότε ποὺ ζήτησε δάνειο, «δὲν ἔχεις Πατρίδα», ἐκεῖνος εἶπε: «Θὰ ἀποκτήσουμε Πατρίδα».
Ἂν κοσμικὸς ἄνθρωπος εἶχε τέτοια πίστη, ἐμεῖς νὰ μὴν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό; Ἀφοῦ ἡ Παναγία οἰκονόμησε νὰ βρεθῶ ἐδῶ, δὲν θὰ φροντίσῃ γιὰ τὸ μοναστήρι της, ὅταν ἔρθῃ ἡ ὥρα;»

Καὶ πράγματι, πῶς τὰ οἰκονόμησε σιγὰ σιγὰ ὅλα ἡ Παναγία!
Θυμᾶμαι, ὅταν ἔρριχναν οἱ μάστορες τὸ μπετόν, γιὰ νὰ φτιάξουν τὴν πλάκα στὰ κελλιὰ ποὺ εἶχαν καῆ, δὲν ἔφθασαν τὰ τσιμέντα.
Ὑπολειπόταν τὸ ἕνα τρίτο, γιὰ νὰ τελειώσῃ ἡ πλάκα.
Ἔρχονται οἱ μάστορες καὶ μοῦ λένε:
– Τὰ τσιμέντα τελειώνουν. Νὰ ἀραιώσουμε τὸ μπετόν, γιὰ νὰ φθάσῃ γιὰ ὅλη τὴν πλάκα;

– Ὄχι, τοὺς λέω, συνεχίστε κανονικά.

Νὰ φέρουμε ἄλλα δὲν γινόταν, γιατὶ τὰ ζῶα ἦταν στὸν κάμπο.
Ἔπρεπε νὰ πᾶνε οἱ μάστορες δυὸ ὧρες ὣς τὴν Κόνιτσα καὶ δυὸ ὧρες ὣς τὸν κάμπο, στὰ χωράφια, γιὰ νὰ βροῦν ζῶα.
Πότε νὰ πᾶνε, πότε νὰ γυρίσουν…
Ὕστερα, οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τὶς δουλειές τους· δὲν μποροῦσαν νὰ ἔρθουν ἄλλη μέρα.

Βλέπω, εἶχαν ρίξει τὰ δύο τρίτα τῆς πλάκας.
Μπῆκα στὸ ἐκκλησάκι καὶ λέω:
– Τί θὰ γίνῃ τώρα, Παναγία μου; Σὲ παρακαλῶ, βοήθησέ μας.

Μετὰ βγῆκα ἔξω…

– Καὶ τί ἔγινε, Γέροντα;
– Καὶ ἡ πλάκα τελείωσε καὶ τὰ τσιμέντα περισσέψαν!
– Οἱ μάστορες τὸ κατάλαβαν;
– Πῶς δὲν τὸ κατάλαβαν;
Εἶναι μερικὲς φορὲς πολὺ μεγάλη ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Παναγίας!» (σελ. 253)

Ὁ Θεὸς ἀξιοποιεῖ τὰ πάντα γιὰ τὸ καλό

«Μιὰ φορὰ κατέβαινα βιαστικὸς ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου, νὰ πάω στὴν Κόνιτσα γιὰ μιὰ ἐπείγουσα δουλειά.
Σὲ ἕνα δύσκολο σημεῖο τοῦ δρόμου – Γολγοθᾶ τὸ ἔλεγα – συνάντησα ἕναν γνωστὸ τοῦ μοναστηριοῦ, τὸν μπαρμπα‐Ἀναστάση, μὲ τρία ζῶα φορτωμένα.
Ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀνηφόρα εἶχαν ἀναποδογυρισθῆ τὰ σαμάρια τους καὶ ἕνα ζῶο ἦταν κοντὰ στὸν γκρεμὸ καὶ κόντευε νὰ πέσῃ κάτω.

– Ὁ Θεὸς σʹ ἔστειλε, Πάτερ, μοῦ εἶπε ὁ μπαρμπα‐Ἀναστάσης.
Τὸν βοήθησα νὰ τὰ ξεφορτώσουμε καὶ νὰ τὰ ξαναφορτώσουμε, τὰ βάλαμε καὶ στὸν δρόμο καὶ τὸν ἄφησα.
Ὅταν προχώρησα ἀρκετά, ἔφθασα σὲ ἕνα σημεῖο ὅπου μόλις πρὶν λίγο εἶχε γίνει κατολίσθηση σὲ μῆκος τριακόσια μέτρα καὶ εἶχε φαγωθῆ τὸ μονοπάτι· δένδρα καὶ πέτρες εἶχαν κατεβῆ στὸ ποτάμι.
Ἄν δὲν καθυστεροῦσα, θὰ βρισκόμουν ἐκεῖ τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ ἔγινε ἡ κατολίσθηση.

– Μπαρμπα‐Ἀναστάση, εἶπα, μ᾿ ἔσωσες. Ὁ Θεὸς σ᾿ ἔστειλε». (σελ. 254)

«Ἤθελα νὰ ἀσκητέψω κοντὰ στὸν Γερο‐Πέτρο, ἕναν πολὺ πνευματικὸ Πατέρα.
Μοῦ συνέβη ὅμως ἕνα γεγονονὸς ποὺ μὲ ἀνάγκασε νὰ πάω στὴν Κόνιτσα καὶ ὄχι στὰ Κατουνακία.

Ἕνα βράδυ μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο εἶχα ἀποσυρθῆ στὸ κελλί μου καὶ προσευχόμουν ὣς ἀργά.
Κατὰ τὶς ἕνδεκα τὴν νύχτα ξάπλωσα νὰ ἡσυχάσω λίγο.
Μιάμιση ἡ ὥρα ξύπνησα μὲ τὸ σήμαντρο τῆς μονῆς ποὺ μᾶς καλoῦσε στὸν Ναό.
Ἔκανα νὰ σηκωθῶ, ἀλλὰ ἦταν ἀδύνατο.
Μιὰ ἀόρατη δύναμη μὲ κρατοῦσε ἀκίνητο.
Κατάλαβα ὅτι κάτι συμβαίνει.
Ἔμεινα καθηλωμένος στὸ κρεββάτι μέχρι τὶς δώδεκα τὸ μεσημέρι.
Μποροῦσα νὰ προσεύχομαι, νὰ σκέφτομαι, ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ κινηθῶ καθόλου.

Ἐνῶ βρισκόμουν σʹ αὐτὴν τὴν κατάσταση, εἶδα σὰν σὲ τηλεόραση ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ τὰ Κατουνακία καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν Μονὴ Στομίου στὴν Κόνιτσα.
Ἐγὼ μὲ λαχτάρα γύρισα τὰ μάτια μου πρὸς τὰ Κατουνακία.
Μιὰ φωνὴ τότε – ἦταν τῆς Παναγίας – μοῦ εἶπε καθαρά:
– Δὲν θὰ πᾶς στὰ Κατουνακία· θὰ πᾶς στὴν Μονὴ Στομίου.

– Παναγία μου, ἐγὼ ἔρημο Σοῦ ζητοῦσα, καὶ Σὺ μὲ στέλνεις στὸν κόσμο; εἶπα.
Ἄκουσα ξανὰ τὴν ἴδια φωνὴ νὰ μοῦ λέῃ αὐστηρά:
– Θὰ πᾶς νὰ συναντήσης τὸ τάδε πρόσωπο, τὸ ὁποῖο θὰ σὲ βοηθήσῃ πολύ.

Ἀμέσως λύθηκα ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀόρατο δέσιμο καὶ πλημμύρισε ἡ καρδιά μου ἀπὸ τὴν θεία Χάρη.
Μετὰ πῆγα καὶ τὸ εἶπα στὸν Πνευματικό.
– Αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μοῦ εἶπε ὁ Πνευματικός. Μὴν κάνεις ὅμως λόγο γιὰ τὸ γεγονος. Πὲς πὼς γιὰ λόγους ὑγείας – ἔβγαζα αἷμα ἐκείνη τὴν ἐποχή θὰ χρειασθῆ νὰ βγῇς ἀπὸ τὸ Ὄρος καὶ πήγαινε.

Ἄλλο ἤθελα ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶχε τὸ σχέδιό Του.
Σκέφθηκα ὅτι ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ ἀνακαινίσω αὐτὸ τὸ μοναστήρι, καὶ ἔτσι θὰ ἐκπληρωνόταν καὶ ἕνα τάμα ποὺ εἶχα κάνει στὴν Παναγία, ὅταν ὑπηρετοῦσα στὸν στρατό, τότε μὲ τὸν πόλεμο.

– Παναγία μου, εἶχα πεῖ τότε, βοήθησέ με νὰ γίνω καλόγερος καὶ θὰ δουλέψω τρία χρόνια νὰ Σοῦ φτιάξω πάλι τὸ καμένο Σου μοναστήρι.

Ὅπως ἀποδείχθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων, ὁ κύριος λόγος ποὺ ἡ Παναγία μὲ ἔστειλε ἐκεῖ ἦταν, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν οἱ ὀγδόντα οἰκογένειες ποὺ εἶχαν γίνει προτεσταντικὲς νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία». (σελ. 256)

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Γ’ «Πνευματικὸς Ἀγώνας»

Οἱ κατὰ φαντασίαν ἀσθενεῖς

«Ὅταν ἤμουν στὴν Μονὴ Στομίου, ἦταν ἕνας οἰκογενειάρχης στὴν Κόνιτσα ποὺ νόμιζε ὅτι εἶχε φυματίωση.
Δὲν ἄφηνε οὔτε τὴν γυναίκα του νὰ πάῃ κοντά του.
“Μὴν πλησιάζης”, τῆς ἔλεγε, “θὰ κολλήσης”.
Σὲ ἕνα ξύλο κρεμοῦσε ἡ καημένη τὸ καλάθι μὲ τὸ φαγητὸ καὶ τοῦ τὸ ἔδινε ἀπὸ μακριά.
Ἡ φουκαριάρα εἶχε λειώσει.
Τὰ παιδιά του, τὰ κακόμοιρα, ἀπὸ μακριὰ τὸν ἔβλεπαν.

Αὐτὸς, ἐν τῷ μεταξύ, δὲν εἶχε τίποτε· ἀλλὰ, ἐπειδὴ ὁ ἥλιος δὲν τὸν ἔβλεπε  ἦταν κλεισμένος μέσα καὶ τυλιγμένος συνεχῶς μὲ τὶς κουβέρτες  ἦταν κίτρινος καὶ πίστευε ὅτι ἔχει χτικιό.

Σηκῶνομαι καὶ πάω στὸ σπίτι του.
Μόλις μὲ εἶδε, μοῦ λέει:
– Μὴ μὲ πλησιάζης, καλόγερε, μὴν κολλήσης κι ἐσύ, καὶ ἔρχεται κόσμος ἐκεῖ στὸ μοναστήρι. Ἔχω χτικιό.

– Ποιός σοῦ εἶπε, μωρέ, ὅτι ἔχεις χτικιό; τοῦ λέω.

Ἡ γυναίκα του ἔφερε νὰ μὲ κεράσῃ γλυκὸ καρυδί.
– Ἄνοιξε τὸ στόμα σου, τοῦ λέω. Θὰ κάνῃς ὑπακοὴ τώρα.
Τὸ ἄνοιξε· δὲν ἤξερε τί θὰ κάνω.
Βάζω τὸ καρυδί μέσα στὸ στόμα του, τὸ γυρνάω δυὸ‐τρεῖς φορὲς, καὶ ὕστερα τὸ παίρνω καὶ τὸ τρώω.

– Μή, μή, θὰ κολλήσης! φώναζε.

– Τί θὰ κολλήσω! Τίποτε δὲν ἔχεις, τοῦ λέω.
Ἂν εἶχες χτικιό, χαμένο τὸ εἶχα νὰ τὸ κάνω αὐτό;
Σήκω νὰ βγοῦμε ἔξω.

Λέω στὴν γυναίκα του:
– Πέταξέ τα ὅλα, φάρμακα, κουβέρτες…

Τὸν σηκώνω καὶ βγαίνουμε ἔξω.
Ἔπειτα ἀπὸ τρία χρόνια ποὺ ἦταν κλεισμένος μέσα, κοιτοῦσε τὸν κόσμο παράξενα.
Ὕστερα, σιγὰ-σιγά, πῆγε καὶ στὴν δουλειά του.

Τί εἶναι ὁ λογισμός, ὅταν τὸν καλλιεργῆς!» (σελ. 48)

Ἡ λανθασμένη συνείδηση

«Ὅταν ἤμουν στὴν Μονὴ Στομίου, στὴν Κόνιτσα, ἦρθε ἕνας καὶ μοῦ λέει:
– Θέλω νὰ ἐξομολογηθῶ.
– Δὲν εἶμαι ἱερεύς, τοῦ λέω.
– Ὄχι, θέλω νὰ τὰ πῶ σ᾿ ἐσένα, μοῦ λέει.

Ἦταν ἐκεῖ καὶ μερικὲς γυναῖκες ποὺ εἶχαν ἀνεβῆ νὰ προσκυνήσουν.
– Καλύτερα νὰ φύγετε τώρα, τὶς λέω.
– Ὄχι, τὶς λέει αὐτός, δὲν πειράζει, καθῆστε.

Καὶ ἄρχισε νὰ διηγεῖται τί ἔκανε στὰ νιάτα του:
– Ὅταν ἤμουν νέος, εἶχα πάει νὰ μάθω τσαγκάρης, ἀλλὰ ὅλο νύσταζα, γιατὶ τὴν νύχτα πήγαινα μὲ μιὰ σπεῖρα καὶ ἔκλεβα.
Στὴν περιοχή μας ἦταν ἕνας τσαούσης, καὶ μᾶς ἔλεγε:
“Πᾶτε νὰ κλέψετε. Ἐγὼ θέλω δύο κριάρια. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἐσεῖς κλέψτε ὅ,τι θέλετε.”

Πηγαίναμε λοιπὸν στὰ σπίτια τῶν Χριστιανῶν· ἄφηνα τὴν κάπα κάτω, ἔδινα μιὰ στὰ σκυλιά, στὴν μασέλα, μὲ μιὰ βέργα ἀπὸ κρανιά ποὺ εἶχα μαζί μου, καὶ μπαίναμε μέσα.
Κλέβαμε δυὸ κριάρια καὶ ὅσα ἀρνιὰ μποροῦσαμε.
Δίναμε τὰ κριάρια στὸν τσαούση, καὶ κρύβαμε τὰ ἀρνιὰ στὸν στάβλο μας.
Ὁ τσαούσης μᾶς ἔκλεινε ἀμέσως στὴν φυλακή.

Τὰ ἀφεντικὰ ποὺ μᾶς εἶχαν δεῖ νὰ κλέβουμε, πήγαιναν τὸ πρωὶ στὴν ἀστυνομία καὶ ἔλεγαν:
“Ὁ τάδε καὶ ὁ τάδε μᾶς ἔκλεψαν.”
– Ὁ τάδε καὶ ὁ τάδε; Μὰ αὐτοὶ εἶναι στὴν φυλακή! Γιατὶ τοὺς συκοφαντήσατε;
Δῶσ᾿ του ξύλο…

Μιὰ φορὰ πήγαμε σὲ ἕνα κοπάδι ποὺ τὸ φύλαγε ἕνα βλαχάκι ψηλὸ μέχρι ἐκεῖ ἐπάνω μὲ τὸν πατέρα του.
– Τώρα πῶς θὰ μποῦμε στὸ κοπάδι; Θὰ μᾶς πετάξουν σὰν τὰ σπιρτόξυλα, μοῦ λένε οἱ ἄλλοι.
Παίρνω τότε τὸν γκρά, σημαδεύω τὸ βλαχάκι, καὶ μπάμ, σωριάζεται κάτω.
Δένω καὶ τὸν πατέρα του σὲ μιὰ γκορτσιά…
Πήραμε, πήραμε…

Καὶ τὰ ἔλεγε ὅλα αὐτὰ σὰν κατορθώματα, καὶ γελοῦσε!
Ποῦ ὁδηγεῖ ἡ λανθασμένη συνείδηση!» (σελ. 130)

Προσοχὴ στὴν φαντασία

«Στὴν Μονὴ Στομίου, ὅταν διάβαζα τὸν ἑσπερινὸ τὸν χειμῶνα, ἄναβα τὴν σόμπα.
Οἱ γυναῖκες ποὺ ἀνέβαιναν καμμιὰ φορὰ στὸ μοναστήρι εἶχαν παρατηρήσει ὅτι ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας στὸ τέμπλο, τὴν ὥρα τοῦ ἑσπερινοῦ, ἔκανε «κρὰκ-κρὰκ» – ἐγὼ δὲν τὸ εἶχα προσέξει – καὶ ἔλεγαν ἡ μία στὴν ἄλλη:
«Τὴν ὥρα ποὺ διαβάζει ὁ καλόγερος τὸν ἑσπερινό, ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας κάνει “κρὰκ-κράκ”».

Ὅταν τὸ ἄκουσα, εἶπα:
«Γιὰ νὰ δῶ τὴν εἰκόνα ποὺ κάνει “κρὰκ-κράκ”».

Ὄχι ὅτι δὲν πιστεύω σὲ θεῖα γεγονότα· πιστεύω ὅτι ἡ Παναγία καὶ παρουσιάζεται καὶ μιλᾶει καὶ τὴν βλέπουν ὅσοι ἔχουν πνευματικὴ κατάσταση. Ἀλλὰ χρειάζεται προσοχή.

Ἀνεβαίνω λοιπὸν σὲ μιὰ καρέκλα καὶ κοιτάζω.
Τί συνέβαινε;
Ἡ εἰκόνα ἦταν παλιὰ καὶ εἶχε τρέσα χωνευτά. Ὅταν ἄναβε ἡ σόμπα, ζεσταινόταν τὸ τρέσο, καὶ μὲ τὴν διαστολὴ ἔκανε «κρὰκ-κρὰκ».

Ἔβαλα ἕνα καρφάκι καὶ σταμάτησε ὁ θόρυβος.

Ὕστερα ρώτησα τὶς γυναῖκες:
«Ἀκούτε τώρα τίποτε;»
«Ὄχι», μοῦ εἶπαν.
«Ἔ, μὴ δίνετε σημασία», τὶς εἶπα.

Θέλει προσοχή, γιατί ἂν καλλιεργηθῆ σιγὰ-σιγὰ ἡ φαντασία, ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου πάει χαμένη. (σελ. 212)

Ὁ διάβολος παρουσιάζεται ὡς ἄγγελος φωτὸς

«Ἕνα βράδυ, στὴ Μονὴ Στομίου, μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο, ἔλεγα τὴν εὐχὴ στὸ κελλί, καθισμένος σὲ ἕνα σκαμνί. Γιὰ μία στιγμή ἀκοῦσα ὄργανα καὶ κλαρίνα ἀπὸ ἕνα οἴκημα ποὺ ἦταν λίγο πιο πέρα, ὅπου ἔμεναν οἱ ξένοι. Παραξενεύτηκα: «Τί ὄργανα εἶναι αὐτὰ ποὺ ἀκούγονται τόσο κοντά;» εἶπα. Τὸ πανηγύρι εἶχε περάσει.

Σηκώνομαι ἀπὸ τὸ σκαμνί καὶ πηγαίνω στὸ παράθυρο νὰ δῶ τί συμβαίνει ἔξω. Βλέπω ἡσυχία παντοῦ. Τότε κατάλαβα ὅτι ἦταν πειρασμὸς, γιὰ νὰ διακόψω τὴν προσευχή. Γύρισα καὶ συνέχισα τὴν εὐχή.

Ξαφνικὰ, ἕνα δυνατό φῶς γέμισε τὸ κελλί. Ἡ ὀροφὴ ἐξαφανίστηκε, ἄνοιξε ἡ σκεπή, καὶ φάνηκε μία στῆλη φωτὸς ποὺ ἔφθανε μέχρι τὸν οὐρανὸ. Στὴν κορυφὴ αὐτῆς τῆς φωτεινῆς στῆλης φαινόταν τὸ πρόσωπο ἑνὸς ξανθοῦ νέου, μὲ μακριὰ μαλλιὰ καὶ γένια, ποὺ ἔμοιαζε μὲ τὸν Χριστό.

Ἐπειδὴ ἔβλεπα μόνο τὸ μισὸ πρόσωπό του, σηκώθηκα ἀπὸ τὸ σκαμνί γιὰ νὰ τὸ δῶ ὁλόκληρο. Τότε ἄκουσα μέσα μου μία φωνή: «Ἀξιώθηκες νὰ δεις τὸν Χριστό». «Καὶ ποιος εἶμαι ἐγὼ ὁ ἀνάξιος, ποὺ ἀξιώθηκα νὰ δῶ τὸν Χριστό;», εἶπα, καὶ ἔκανα τὸν σταυρό μου.

Ἀμέσως τὸ φῶς καὶ ὁ δῆθεν Χριστὸς ἐξαφανίστηκαν, καὶ εἶδα ὅτι ἡ ὀροφὴ βρισκόταν στὴν θέση της». (σελ. 214)

Αὐστηρότητα στους ἀναιδεῖς, ἐπιείκεια στους φιλότιμους

«Μιὰ φορὰ στὴν Μονὴ Στομίου εἶχα πάρει ἕνα παιδί, γιὰ νὰ τὸ βοηθήσω, νὰ τοῦ μάθω καὶ τὴν τέχνη τοῦ μαραγκοῦ. Τοῦ φερόμουν μὲ πολλὴ καλωσύνη, τὸν εἶχα σὰν ἀδελφό. Ἔβλεπα ὅμως μερικὰ πράγματα ποὺ δὲν μὲ ἀνέπαυαν. Μιὰ φορὰ τὸν ρωτάω: «Τί ὥρα εἶναι;». «Μὲ τὰ μυαλὰ τὰ δικά σου πάει τὸ ρολόι!», μοῦ λέει. Ἔ, τότε εἶπα: «Δὲν συμφέρει νὰ συνεχίσω ἔτσι. Θὰ συμμαζέψω σιγὰ-σιγὰ ‘τὰ μυαλά μου’, γιατὶ δὲν ὠφελεῖται». Κανονικὰ αὐτός, ἂν ἦταν φιλότιμος, ἔτσι ὅπως τοῦ φερόμουν, ἔπρεπε νὰ διαλυθῆ. Ἀλλὰ εἶδα ὅτι δὲν μὲ χωροῦσε, δὲν μὲ καταλάβαινε. Ὕστερα μόνος του ἔφυγε· δὲν τὸν ἔδιωξα. Βλέπεις, ἡ ἀνοχή, ἡ ἀγάπη κάνουν τὸν ἀναιδῆ πιὸ ἀναιδῆ καὶ τὸν φιλότιμο πιὸ φιλότιμο». (σελ. 287)

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οἰκογενειακή Ζωή»

Ἡ ὑπομονὴ χαριτώνει τὸν ἄνθρωπο

«Ἡ ὑπομονὴ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Γιὰ νὰ ὑπομείνῃς τὸν ἄλλον, πρέπει νὰ τὸν πονέσῃς. Καὶ βλέπω πῶς μὲ τὴν ὑπομονὴ σώζεται ἡ οἰκογένεια. Εἶδα θηρία νὰ γίνονται ἀρνιά. Μὲ τὴν ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ τὰ πράγματα ἐξελίσσονται ὁμαλὰ καὶ πνευματικά.

Μιὰ φορά, ὅταν ἤμουν στὴν Μονὴ Στομίου, εἶχα δεῖ στὴν Κόνιτσα μιὰ γυναίκα ποὺ ἔλαμπε τὸ πρόσωπό της. Ἦταν μητέρα πέντε παιδιῶν. Μετὰ θυμήθηκα ποιά ἦταν. Ὁ ἄνδρας της ἦταν μαραγκὸς καὶ ἔπαιρνε πολλὲς φορὲς δουλειὲς μαζὶ μὲ τὸν μάστορά μου. Μιὰ κουβέντα νὰ τοῦ ἔλεγαν οἱ νοικοκυραῖοι, π.χ. «μαστρο-Γιάννη, μήπως αὐτὸ νὰ τὸ κάνουμε ἔτσι;», γινόταν θηρίο. «Ἐμένα θὰ μοῦ κάνεις τὸν δάσκαλο;», τοὺς ἔλεγε. Ἔσπαζε τὰ ἐργαλεῖά του, τὰ πετοῦσε καὶ ἔφευγε. Ἀφοῦ παράτουσε τὴν δουλειά του καὶ τὰ ἔσπαζε ὅλα σὲ ξένα σπίτια, καταλαβαίνεις στὸ σπίτι του τί ἔκανε!

Αὐτὴ λοιπὸν ἦταν τοῦ μαστρο-Γιάννη ἡ γυναίκα. Μὲ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο δὲν μποροῦσες μία μέρα νὰ καθήσεις, καὶ αὐτὴ χρόνια ζοῦσε μαζί του. Κάθε μέρα περνοῦσε μαρτύριο, καὶ ὅμως ὅλα τὰ ἀντιμετώπιζε μὲ πολλὴ καλοσύνη καὶ ἔκανε ὑπομονή.

Ἐπειδὴ ἤξερα τὴν κατάσταση στὸ σπίτι, ὅταν τὴν συναντοῦσα, τὴν ρωτοῦσα:
– Τί κάνει ὁ κυρ-Γιάννης; Δουλεύει;
– Ἔ, πότε δουλεύει, πότε κάθεται λιγάκι!
– Πῶς τὰ περνᾶτε;
– Πολὺ καλά, Πάτερ!
Καὶ τὸ ἔλεγε μὲ τὴν καρδιά της. Δὲν ὑπολόγιζε ποὺ ἔσπαζε τὰ ἐργαλεῖά του – καὶ ἀξίας ἐργαλεῖα – οὔτε ποὺ ἀναγκαζόταν ἡ καημένη νὰ ξενοδουλεύῃ, γιὰ νὰ τὰ βγάλουν πέρα. Βλέπετε μὲ πόση ὑπομονή, μὲ πόση καλοσύνη καὶ μὲ πόση ἀρχοντιά τὰ ἀντιμετώπιζε ὅλα! Οὔτε τὸν κατηγοροῦσε καθόλου! Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς τὴν χαρίτωσε καὶ ἔλαμπε τὸ πρόσωπό της. Μεγάλωσε καὶ τὰ πέντε παιδιά της καὶ ἔγιναν πολὺ καλὰ παιδιά. Μπόρεσε καὶ κράτησε καὶ τὰ παιδιά της.

– Γέροντα, πῶς μποροῦσε νὰ δικαιολογῇ τὸν ἄνδρα της;
– Μὲ ἕναν καλὸ λογισμό: «Ἄνδρας μου εἶναι, ἔλεγε, θὰ πῇ καὶ καμμιὰ κουβέντα. Καὶ ἐγώ, ἂν ἤμουν στὴν θέση του, μπορεῖ νὰ ἔκανα τὰ ἴδια». Ἐφήρμοζε τὸ Εὐαγγέλιο, γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἔστελνε τὴν θεία Χάρη Του.

Καὶ ἂν κοσμικοὶ ἄνθρωποι κάνουν ὑπομονὴ καὶ χαριτώνονται, πόσο μᾶλλον πρέπει νὰ κάνουμε ὑπομονὴ ἐμεῖς οἱ μοναχοί, ποὺ ἔχουμε ὅλες τὶς προϋποθέσεις, ὅλες τὶς δυνατότητες γιὰ πνευματικὴ ζωή!»

Σεβασμὸς τῶν παιδιῶν πρὸς τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς μεγαλυτέρους

«Όταν ήμουν στη Μονή Στομίου και κατέβαινα καμμιὰ φορά να ψωνίσω διάφορα υλικά, ἕνα παιδάκι, ποὺ τὸ σπίτι του ἦταν πάνω στον δρόμο, μόλις μὲ ἔβλεπε, ἐρχόταν κοντά μου καὶ ἐγὼ τοῦ φιλούσα τὸ χέρι. Ὕστερα συνήθισε καὶ ἔτρεχε καὶ μοῦ ἔδινε μόνο του τὸ χέρι του νὰ τὸ φιλήσω! Ἐγὼ πάλι τοῦ τὸ φιλούσα.

Μετὰ μοῦ εἶπαν οἱ γονεῖς του:
– «Μὴν τοῦ φιλᾶς, Πάτερ, τὸ χέρι, γιατί τρέχει στους παπάδες καὶ δίνει τὸ χεράκι του νὰ τὸ φιλήσουν καὶ, ἂμα δὲν τὸ φιλήσουν, βάζει τὰ κλάματα».
(σελ. 135)

Ὁ πόνος γιὰ τὸν πλησίον βοηθᾶει τὴν οἰκογένεια

«Γνώριζα στὴν Κόνιτσα μιὰ οἰκογένεια ποὺ ὅλοι ἦταν ἀδιάφοροι πρὸς τὴν Ἐκκλησία.
Μόνο μιὰ κόρη ξεχώριζε. Μόλις ἄκουγε τὴν καμπάνα, πετοῦσε τὴν ποδιά, ἄφηνε ὅλες τὶς δουλειές στὴ μέση καὶ πήγαινε στὴν ἐκκλησία. Ἀκόμη καὶ ὅταν ἦρθαν οἱ Γερμανοὶ καὶ χτυποῦσε ὁ νεωκόρος τὴν καμπάνα, γιὰ νὰ φύγῃ ὁ κόσμος ἀπὸ τὰ σπίτια, αὐτὴ πήγε στὴν ἐκκλησία γιὰ ἑσπερινό!

Ἦταν καὶ πολὺ πονόψυχη, ἐνῶ οἱ γονεῖς της πολὺ τσιγγούνηδες. Ὁ πατέρας της, ἀντὶ νὰ φάῃ φαγητό, ἔπαιρνε καὶ ἔτρωγε ἕνα ξεροκόμματο ποὺ τὸ βουτοῦσε στὸ νερό. Ἡ δὲ μάνα της ἦταν πολὺ σφιχτή! Ἄν καὶ τὰ παιδιά της εἶχαν μεγάλες θέσεις καὶ περιουσία, ἐκεῖνη ἔψαχνε νὰ βρῇ κανένα ἀναμμένο καρβουνάκι στὸ τζάκι καὶ μὲ τὸ θειοφοκέρι ἔπαιρνε ἀπὸ αὐτὸ φωτιά, γιὰ νὰ μὴ χαλάσῃ ἕνα σπίρτο! Γιὰ καφεμπρίκο εἶχε ἕνα τενεκεδάκι ἀπὸ κονσέρβα!

Ὅταν ἤμουν στὴν Μονὴ Στομίου, ἐπειδὴ ἡ μάνα της μὲ ἀγαποῦσε, ἂν ἤθελε ἡ κόρη νὰ πάρῃ κάτι ἀπὸ τὸ σπίτι τους γιὰ κανέναν φτωχὸ καὶ δυσκολευόταν νὰ τὸ βγάλῃ κρυφά, τῆς ἔλεγε:
– Μητέρα, ὁ καλόγερος τὸ θέλει αὐτό.
– Δῶσ’ το, δῶσ’ το, τῆς ἔλεγε ἐκεῖνη.
Μόνο γιὰ τὸν καλόγερο ἡ μάνα της δὲν ἀντιδροῦσε. Ἀλλὰ καὶ τότε στὴν Κατοχὴ ἡ κόρη ἀθόρυβα βοηθοῦσε τοὺς φτωχούς. Ἔβγαζε μὲ τρόπο σιτάρι ἀπὸ τὴν ἀποθήκη τους, τὸ φορτωνόταν, τὸ πήγαινε στὸν μύλο, τὸ ἄλεθε καὶ μοίραζε τὸ ἀλεύρι στὶς φτωχὲς οἰκογένειες.

Τὴν ἔπιασε μιὰ φορὰ ἡ μάνα της καὶ τί εἶχε τραβήξει! Τότε ἔταξε:
– Θεέ μου, βοήθησέ με νὰ βρῶ μιὰ δουλειὰ καὶ θὰ δίνω ὅλον τὸν μισθό μου ἐλεημοσύνη.
Τὴν ἄλλη μέρα τὴν ζήτησαν σὲ κάποιο ἴδρυμα. Ὦ, χαρὰ ποὺ εἶχε! Καὶ κράτησε τὸ τάμα της· οὔτε ἕνα ζευγάρι κάλτσες δὲν ἀγόρασε ἀπὸ τὸν μισθό της γιὰ τὸν ἑαυτό της· ὅλα τὰ ἔδινε ἐλεημοσύνη.

Πόσοι τώρα λένε:
– Θεὸς σχωρέσοι· ν’ ἁγιάσουν τὰ κόκκαλα τῶν γονέων σου!
Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς οἰκονομῆσε μετὰ καὶ τὴν μάνα της».
(σελ. 152)

Ἐκλογὴ ἐπαγγέλματος

«Καὶ νὰ δείτε, φαίνεται ἀπὸ μικρὸς κανείς τί κλίση ἔχει. Μιὰ φορὰ στὸ μοναστήρι στὸ Στόμιο εἶχε ἔρθει κάποιος μὲ δυὸ ἀνηψάκια του. Τὸ ἕνα, ἕξι–ἑπτὰ χρονῶν, κάθησε κοντὰ μας καὶ συνέχεια μᾶς ἔκανε διάφορες ἐρωτήσεις. Τὸ ρωτάω: “Τί θὰ γίνεις, ὅταν μεγαλώσεις;” “Δικηγόρος!”, μοῦ λέει.

Τὸ ἄλλο τὸ χάσαμε. Ρωτᾶω τὸν θεῖο του: “Ποῦ πήγε τὸ ἄλλο τὸ παιδί; μήπως ἔπεσε σὲ κανέναν γκρεμό;” Βγαίνουμε ἔξω νὰ τὸ βροῦμε καὶ ἀκούμε κάτι χτυπήματα στὸ μαραγκούδικο. Πᾶμε μέσα, καὶ τί νὰ δοῦμε; Τὸ σανίδι ποὺ εἶναι στὸν πάγκο, ὅπου πλανίζουμε καὶ εἶναι πολὺ λείο, τὸ εἶχε κάνει μὲ τὸ σκεπάρνι χάλια!

“Τί θὰ γίνεις, ὅταν μεγαλώσεις;” τὸ ρωτάω. “Ἐπιπλοποιός!”, μοῦ λέει. “Νὰ γίνεις”, τοῦ λέω. “Χαλάλι ποὺ χάλασε τὸ σανίδι! Δὲν πειράζει!”.» (σελ. 168)

Παρηγοριὰ στους πενθοῦντες

«Τὸν καιρὸ ποὺ ἤμουν στὸ Μοναστήρι τοῦ Στομίου, ζοῦσε στὴν Κόνιτσα μιὰ χήρα γυναίκα, ποὺ πήγαινε συνέχεια στὸ Κοιμητήρι καὶ ἔσκουζε ὧρες ὁλόκληρες. Τοὺς ἀναστάτωνε ὅλους μὲ τὶς φωνὲς της. Χτυπιόταν, χτυποῦσε τὸ κεφάλι της στὴν πλάκα τοῦ τάφου! Ὅλο τὸν πόνο της τὸν ἔβγαζε ἐκεῖ. Πήγαιναν, τὴν ἔπαιρναν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ αὐτὴ ξαναγύριζε. Αὐτὸ γινόταν γιὰ χρόνια.

Ὁ ἄνδρας της εἶχε σκοτωθεῖ ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς, καὶ ἡ κόρη της, λίγα χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα της, μόλις ἔγινε δεκαεννιὰ χρονῶν, πέθανε ἀπὸ καρδιά, καὶ εἶχε μείνει μόνῃ της ἡ φουκαριάρα.

Ἂν τὸ δῇ κανεὶς αὐτὸ ἐξωτερικά, θὰ πῇ: “Γιατὶ νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ Θεός;” Καὶ αὐτὴ ἔτσι, ἐξωτερικά τὸ ἀντιμετώπιζε καὶ δὲν μποροῦσε νὰ παρηγορηθῇ.

Μιὰ φορὰ ποὺ πῆγα νὰ δῶ τί συμβαίνει, μοῦ ἔλεγε:
— Γιατί ὁ Θεὸς τὸ ἔκανε αὐτό; Ὁ ἄνδρας μου σκοτώθηκε στὸν πόλεμο. Εἶχα μία κόρη, μοῦ τὴν πήρε καὶ αὐτή…

Ἔλεγε, ἔλεγε, τὰ ἔβαζε μὲ τὸν Θεό. Ἀφοῦ τὴν ἄφησα νὰ ξεσπάσῃ λίγο, τῆς εἶπα:
— Νὰ σοῦ πῶ κι ἐγὼ κάτι. Τὸν ἄνδρα σου τὸν ἤξερα· ἦταν πολὺ καλός. Σκοτώθηκε στὸν πόλεμο γιὰ τὴν Πατρίδα, πάνω στὸ ἱερὸ καθῆκον. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὸν ἀφήσῃ. Μετὰ σοῦ ἄφησε τὴν κόρη σου γιὰ λίγα χρόνια κοντά σου· ὁπότε εἶχες μιὰ παρηγοριά. Ἔπειτα ὅμως, ἐπειδὴ ἴσως θὰ ξέφευγε ἡ κοπέλα, τὴν πήρε ὁ Θεὸς σ’ αὐτὴν τὴν καλή κατάσταση ποὺ βρισκόταν, γιὰ νὰ τὴν σώσει.

Αὐτὴ, ἐνῶ ὁ ἄνδρας της ἦταν πολὺ ἥσυχος, ἦταν λίγο κοσμική. Δὲν τῆς εἶπα φυσικὰ ὅτι «ἐσὺ ἤσουν κοσμική», ἀλλὰ τὴν ρώτησα:
— Τώρα, ἐσὺ, τί σκέφτεσαι; Ἀγαπᾶς τὸν κόσμο;
— Δὲν θέλω νὰ δῶ τίποτε καὶ κανέναν, μοῦ λέει.
— Βλέπεις, τῆς λέω, τώρα καὶ γιὰ σένα ὁ κόσμος πέθανε. Ὁ πόνος σὲ βοηθᾷ καὶ δὲν σὲ ἐνδιαφέρει τίποτε κοσμικό. Ἔτσι μεθαύριο θὰ εἶστε ὅλοι μαζί στὸν Παράδεισο. Τέτοια τιμὴ ὁ Θεὸς σὲ ποιὸν τὴν ἔχει κάνει; Τὸ καταλαβαίνεις;

Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν συζήτηση, σταμάτησε νὰ πηγαίνει στὸ Κοιμητήρι. Μόλις βοηθήθηκε νὰ συλλάβῃ τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς, ἡσύχασε.». (σελ. 269)

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετές»

Ἡ ὑπερηφάνεια εἰσχωρεῖ παντοῦ

«Ὅταν ἤμουν στὴν Μονὴ Στομίου, στὴν Ἤπειρο, εἶχα μάθει γιὰ ἕναν γέρο τσομπάνο ὅτι ἦταν τελείως ἐγκαταλελειμμένος. Δὲν εἶχε κάνει οἰκογένεια καὶ γύριζε ἐδῶ κι ἐκεῖ. Τελικὰ τὸν συμμάζεψε ἕνας ἄλλος τσομπάνος καὶ τὸν ἔβαλε σὲ μιὰ καλύβα, ὅπου εἶχε τὰ κλαδιὰ γιὰ τὶς κατσίκες. Δὲν τὸν ἄφηνε νὰ ἀνάβῃ οὔτε φωτιά, γιὰ νὰ ζεσταθῇ, γιατὶ φοβόταν μὴν πιάσουν φωτιὰ τὰ κλαδιά. Ἐκεῖ μέσα στὸ κρύο, σὲ μιὰ γωνιὰ εἶχε δύο σανίδες γιὰ κρεββάτι κι ἕνα στρῶμα. Ὅταν τὸ ἔμαθα, πῆγα νὰ τὸν δῶ. Ἦταν χάλια. Εἶπα μετὰ σὲ μιὰ φτωχὴ γυναίκα: «Πόσα θέλεις, γιὰ νὰ τὸν πλένης λίγο;». «Τίποτε», μοῦ λέει, «μόνον τὸ σαπούνι νὰ μοῦ δίνης». Μιὰ μέρα ποὺ εἶχα πάει, ἦταν μεσημέρι καὶ ἔτρωγε. Μόλις τέλειωσε τὸ φαγητό, μὲ κοιτάζει, γυρίζει τὸ πιάτο ἀνάποδα καὶ λέει μὲ μιὰ ἱκανοποίηση: «Αὐτὸ θὰ πῆ μελό, καλόγερε, αὐτὸ θὰ πῆ μελό! Ἔχει σκυλιά, γατιὰ ἐδῶ». Δηλαδὴ τὸ ὅτι γύρισε ἀνάποδα τὸ πιάτο, γιὰ νὰ μὴν τὸ γλείφουν τὰ γατιὰ καὶ τὰ σκυλιά, τὸ θεώρησε κατόρθωμα. Λὲς καὶ ἀνέβηκε στὸ διάστημα. Νά, ὑπερηφάνεια! Τὰ χάλια του εἶχε, καὶ ὅμως τί ὑπερηφάνεια εἶχε!»(σελ. 62)

Ὅποιος κατακρίνει τοὺς ἄλλους, πέφτει στὰ ἴδια σφάλματα

«Για να σε βοηθήσω, θα σου πω κάτι από τον εαυτό μου. Όταν ήμουν στην Ιερά Μονή Στομίου, έμαθα για μία συμμαθήτριά μου από το Δημοτικό ότι είχε παραστρατήσει και έκανε ζημιά κάτω στην Κόνιτσα. Προσευχόμουν λοιπόν να τη φωτίσει ο Θεός να ανεβεί στο μοναστήρι για να της μιλήσω. Είχα ξεχωρίσει και μερικά κομμάτια περί μετανοίας από την Αγία Γραφή και από Πατερικά.

Μία μέρα λοιπόν ήρθε με δύο άλλες γυναίκες. Μιλήσαμε και έδειξε ότι κατάλαβε. Στη συνέχεια ερχόταν συχνά με το παιδί της και έφερνε κεριά, λάδι, λιβάνι για τον ναό. Μία φορά κάποιοι γνωστοί προσκυνητές από την Κόνιτσα μου λένε: «Πάτερ, αυτή η γυναίκα υποκρίνεται. Εδώ φέρνει κεριά και λιβάνι και κάτω συνεχίζει με τους αξιωματικούς». Όταν ξαναήρθε, την βρήκα στην εκκλησία να ασπάζεται τις εικόνες, και της έβαλα τις φωνές: «Φύγε από ‘δω», της είπα, «έχεις βρωμίσει όλη την περιοχή!». Η καημένη έφυγε κλαίγοντας.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και αισθάνθηκα μεγάλο σαρκικό πόλεμο. «Τι είναι αυτό;», λέω. «Ποτέ μου δεν είχα τέτοιον πειρασμό. Τι συμβαίνει;». Δεν μπορούσα να βρω την αιτία. Κάνω προσευχή, τα ίδια· οπότε παίρνω τον ανήφορο για την Γκαμήλα. «Καλύτερα να με φάνε οι αρκούδες», είπα.

Προχώρησα αρκετά μέσα στο βουνό· ο πειρασμός δεν υποχωρούσε. Βγάζω τότε ένα τσεκουράκι που είχα κρεμασμένο στη μέση μου και δίνω τρεις τσεκουριές στο πόδι μου, μήπως και με τον πόνο φύγει ο πειρασμός. Το παπούτσι γέμισε αίμα, αλλά τίποτε.

Σε μία στιγμή ήρθε στον νου μου εκείνη η γυναίκα και τα λόγια που της είχα πει. «Θεέ μου», είπα τότε, «εγώ για λίγο έζησα αυτήν την κόλαση και δεν μπορώ να την αντέξω, κι αυτή η ταλαίπωρη που ζει συνέχεια αυτήν την κόλαση!… Συγχώρεσέ με που την κατέκρινα». Αμέσως ένιωσα μία δροσιά θεϊκή και εξαφανίστηκε ο πόλεμος. Βλέπεις τι κάνει η κατάκριση;»(σελ. 105)

Ὅταν ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ ταπείνωση, νὰ δεχώμαστε καὶ τὶς ταπεινώσεις

«Ὅταν ἤμουν στὴν Μονὴ Στομίου, ἦταν κάτω στὴν Κόνιτσα ἕνας παπᾶς ποὺ μὲ ἀγαποῦσε πολὺ ἀπὸ λαϊκὸ ἀκόμη. Μιὰ Κυριακὴ εἶχα κατεβῆ νὰ λειτουργηθῶ στὴν Κόνιτσα. Ἡ ἐκκλησία ἦταν γεμάτη κόσμο. Τὴν στιγμὴ ποὺ ἔμπαινα, ὅπως συνηθίζα, στὸ Ἱερό, εἶπα μέσα μου: «Θεέ μου, βάλ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς πιστοὺς στὸν Παράδεισο κι ἐμέ, ἂν θέλεις, βάλε με σὲ μιὰ ἀκρούλα».

Ὅταν πλησίασε ἡ ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας, ἐνῶ αὐτὸς ὁ παπᾶς πάντοτε μὲ κοινωνοῦσε μέσα στὸ Ἱερό, γύρισε πρὸς τὸ μέρος μου καὶ φώναξε δυνατὰ: «Βγὲς ἀπὸ τὸ Ἱερό καὶ νὰ κοινωνήσης ἀπ’ ἔξω τελευταῖος, γιατὶ εἶσαι ἀνάξιος». Βγῆκα ἔξω χωρὶς νὰ πῶ τίποτε. Πῆγα στὸ ἀναλόγιο καὶ ἄρχισα νὰ διαβάζω τὴν ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως.

Ὕστερα, καθὼς πῆγαινα τελευταῖος νὰ κοινωνήσω, εἶπα μέσα μου: «Ὁ παπᾶς φωτίστηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ μοῦ ἀποκάλυψε ποιὸς εἶμαι. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με, τὸ κτῆνος». Μόλις κοινώνησα, αἰσθάνθηκα μέσα μου μεγάλη γλυκύτητα.

Ὅταν τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία, μὲ πλησιάζει ὁ παπᾶς συντετριμμένος: «Συγχώρεσέ με!» μοῦ λέει. «Πῶς τὸ ἔκανα αὐτό! Ἐγὼ μπροστὰ σου δὲν ἔβαζα οὔτε τὰ παιδιά μου, οὔτε τὴν παπαδιά, οὔτε τὸν ἑαυτό μου. Τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔπαθα!». Ἔπεφτε κάτω, μοῦ ἔβαζε μετάνοια, μοῦ ζητοῦσε συγγνώμη, προσπαθοῦσε νὰ μοῦ φιλήσει τὰ χέρια.

«Παπᾶ μου, τοῦ λέω, μὴ στενοχωριέσαι. Δὲν φταῖς ἐσύ· ἐγὼ φταίω. Σὲ χρησιμοποίησε ὁ Θεὸς ἐκεῖνη τὴν στιγμή, γιὰ νὰ δοκιμάση ἐμένα». Ὁ παπᾶς δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβῃ τί τοῦ ἔλεγα καὶ τελικὰ, νομίζω, δὲν τὸν ἔπεισα. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν ἐξαιτίας τῆς προσευχῆς ποὺ εἶχα κάνει.

Κι ἐσεῖς, ὅταν βλέπετε μιὰ ἀδελφὴ νὰ παραφέρεται καὶ νὰ σᾶς μιλᾶ ἄσχημα, νὰ ξέρετε ὅτι τὶς περισσότερες φορὲς αἰτία εἶναι ἡ προσευχὴ ποὺ κάνετε. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ζητᾶτε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σᾶς δώσῃ ταπείνωση, ἀγάπη κ.λπ., παίρνει ὁ Θεὸς γιὰ λίγο τὴν Χάρη Του ἀπὸ τὴν ἀδελφὴ καὶ σᾶς ταπεινώνει καὶ σᾶς στενοχωρεῖ. Ἔτσι σᾶς δίνεται εὐκαιρία νὰ δώσετε ἐξετάσεις στὴν ταπείνωση, στὴν ἀγάπη. Ἂν ταπεινωθῆτε, θὰ ὠφεληθῆτε.

Ὅσο γιὰ τὴν ἀδελφή, θὰ λάβῃ διπλὴ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ· καὶ γιατί τῆς πήρε ὁ Θεὸς τὴν Χάρη, γιὰ νὰ δοκιμάσῃ ἐσᾶς, καὶ γιατί ταπεινώθηκε μὲ τὸ σφάλμα της καὶ ζήτησε συγχώρεση ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁπότε καὶ ἐσεῖς ἐργάζεσθε στὴν ταπείνωση καὶ ἐκεῖνη γίνεται καλλίτερη». (σελ. 180)

Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περὶ Προσευχῆς»

Ὁ διάβολος ἐμποδίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν προσευχή

– Γέροντα, τί κάνει ὁ πειρασμὸς γιὰ νὰ ἐμποδίσῃ κάποιον νὰ προσευχηθῇ;
– Τί κάνει; Βρίσκει χίλιους δυὸ τρόπους. Μόλις ἀρχίσει ὁ ἄνθρωπος τὴν προσευχή, μπορεῖ νὰ τοῦ φέρῃ μετεωρισμὸ ἢ προσπαθεῖ νὰ διασκορπίσῃ τὸν νοῦ του μὲ φαντασίες, θορύβους κ.λπ.
Νὰ δῆς τί γινόταν, ὅταν ἤμουν στὴν Μονὴ Στομίου! Ἕνα βράδυ εἶχα πάει νὰ προσευχηθῶ μέσα στὸν ναό. Ἡ πύλη τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν κλειστὴ καὶ στὴν πόρτα τοῦ ναοῦ εἶχα βάλει τὸ μάνταλο. Κατὰ τὰ μεσάνυχτα ἄρχισε τὸ ταγκαλάκι νὰ χτυπᾶ τὸ μάνταλο συνέχεια «κρίκι-κρίκι» καὶ δὲν σταματοῦσε, γιὰ νὰ μὲ κάνει νὰ πάω νὰ δῶ τί συμβαίνει.
Μπῆκα στὸ Ἱερό, γιὰ νὰ μὴν ἀκούω, καὶ ἐκεῖ, πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, κοντὰ στὸν Ἐσταυρωμένο, ἔμεινα μέχρι τὸ πρωί.

Ἡ εὐχή: Τὸ φοβερὸ ὅπλο κατὰ τοῦ διαβόλου

– Γέροντα, αισθάνομαι αδύναμη να αντιμετωπίσω οποιονδήποτε πειρασμό και δυσκολία.
– Δεν λες την ευχή; Όπως τα καράβια που κινδυνεύουν εκπέμπουν S.O.S., έτσι κι εσύ να λες συνεχώς:
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με»,
και θα λαμβάνεις βοήθεια.

Εμένα, μία φορά, ο πειρασμός θα με έρριχνε στον γκρεμό, αν δεν έλεγα την ευχή· η ευχή με έσωσε. Όταν ήμουν στην Ιερά Μονή Στομίου, ένα βράδυ είχα πάει σε μία σπηλιά που βρισκόταν σε ένα επικίνδυνο και απότομο μέρος. Ήταν πολύ μικρή, μόλις που χωρούσα καθιστός. Είχα βάλει μερικές πέτρες έξω από το άνοιγμά της, γιατί κάτω ήταν γκρεμός.

Όλη τη νύχτα έλεγα την ευχή. Τα χαράματα, μέσα στην ησυχία, ακούστηκε ξαφνικά ένα τρομακτικό «κικιρίκου» και ένα δυνατό χτύπημα φτερών ακριβώς δίπλα μου. Ξαφνιάστηκα.

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ!» φώναξα και πετάχτηκα έξω. Λίγο έλειψε να πέσω στον γκρεμό. Αμέσως όμως κατάλαβα ότι ήταν ο πειρασμός και συνέχισα την ευχή, ενώ τα αυτιά μου βούιζαν από τον θόρυβο. (σελ. 161)

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΝΙΤΣΑ

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Μὲ Πόνο καὶ Ἀγάπη»

Οἱ πολλὲς εὐκολίες ἀχρηστεύουν τὸν ἄνθρωπο.

«Ἕνα παιδάκι στὴν Κόνιτσα, πολὺ ἀνάποδο, εἶχε καῆ ἀπὸ βόμβα. Τὸ ποδαράκι του εἶχε μαζευτεῖ καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ τεντώσει. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἡσύχαζε καὶ ἀπὸ τὴ ζωηράδα του τὸ κουνοῦσε συνέχεια, τέντωσαν τὰ νεῦρα καὶ ἔγινε καλά. Πῆγε καὶ ἀντάρτης στὸν Ζέρβα!». (σελ. 154)

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Β’ «Πνευματικὴ Ἀφύπνιση»

Βλέπω τί μᾶς περιμένει, γι᾿ αὐτὸ πονάω.

«Περνοῦν τὰ χρόνια καὶ τί δύσκολα χρόνια! Δὲν τελείωσαν τὰ θέματα. Βράζει τὸ καζάνι. Ἂν δὲν εἶναι λίγο δυναμωμένος κανείς, πῶς θὰ μπορέσῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ μιὰ δύσκολη κατάσταση; Ὁ Θεὸς δὲν ἔκανε ἀνεπρόκοπους ἀνθρώπους. Πρέπει νὰ καλλιεργήσουμε τὸ φιλότιμο. Ἀλήθεια, Θεὸς φυλάξοι, ἂν γίνῃ ἕνα τράνταγμα, πόσοι θὰ σταθοῦν ὄρθιοι; Πρὶν ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ ᾿40, στὴν Κόνιτσα, ἐκεῖ ποὺ εἶχα τὸ μαραγκούδικο, ἦταν ἡ ἀγορά καὶ ἔφερναν οἱ χωρικοὶ καλαμπόκι, σιτάρι κ.λπ. Μερικοὶ πλούσιοι  τί πλούσιοι, αὐτοὶ δηλαδὴ ποὺ ἔπαιρναν κάποιους τόκους ἀπὸ τὶς Τράπεζες , ὅταν πήγαιναν οἱ καημένοι οἱ χωρικοὶ τὸ καλαμπόκι στὴν ἀγορά, γιὰ νὰ τὸ πουλήσουν, αὐτοὶ τὸ κλωτσοῦσαν μὲ τὸ πόδι καὶ ρωτοῦσαν πόσο ἔχει. Ὅταν ἦρθε ὁ πόλεμος καὶ ἀναγκάσθηκαν νὰ τὰ πουλήσουν ὅλα, «καλημέρα» ἔλεγε ὁ ἕνας, «ἔχεις καλαμπόκι;» ρωτοῦσε ὁ ἄλλος. Γιὰ αὐτὸ τώρα νὰ εὐχαριστῆτε τὸν Θεὸ γιὰ ὅλα. Κοιτάξτε νὰ ἀνδρωθῆτε. Σφιχτῆτε λιγάκι. Βλέπω τί μᾶς περιμένει, γι᾿ αὐτὸ πονάω. Μὴν ἀφήνετε τὸν ἑαυτό σας χαλαρό». (σελ. 38)

Νὰ ἀποκτήσουμε αἰσθητήριο πνευματικὸ

«Θυμᾶμαι, μιὰ φορὰ στὴν Κόνιτσα, πρὶν πάω στρατιώτης, εἴχαμε μάθει ὅτι ἔρχονταν οἱ ἀντάρτες. Ἤμασταν τέσσερις – οἱ τρεῖς ἦταν Μουσουλμάνοι – καὶ κρυφτήκαμε σὲ ἕνα τούρκικο σπίτι ποὺ ἦταν στὴν ἄκρη τῆς πόλης. Ἕνα Τουρκάκι πέντε χρονῶν κατάλαβε καὶ μᾶς λέει: «Πᾶτε μαγειγειό, βγῶ ἔτσω ᾿γώ». Μπήκαμε λοιπὸν στὸ μαγειρειό, βγήκαμε πίσω ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ ἔτσι προλάβαμε νὰ κρυφτοῦμε σὲ κάτι ἀποθήκες πιὸ κάτω. Αὐτὸ βγῆκε ἔξω καὶ εἶπε στοὺς ἀντάρτες ὅτι δὲν εἶναι κανείς μέσα καὶ ἔφυγαν. Παιδάκι πέντε χρονῶν, τόσο δά, νὰ μὴν ξέρῃ νὰ μιλήσῃ, καὶ εἴδατε πόσο συνετὰ φέρθηκε! Πά, πά, σπίρτο ἦταν! Βλέπεις, παρατηροῦσε, ἀγαποῦσε, ἐνῶ ἕνας μεγάλος μπορεῖ ἀπὸ ἀπερισκεψία νὰ ἔκανε κακό. Ἐμεῖς βαπτισμένοι, μυρωμένοι, μὲ κατηχήσεις, μὲ μελέτες, νὰ μὴ μένουμε σὲ ὑπανάπτυκτη, νηπιώδη κατάσταση. Νὰ εἶστε ξεφτέρια. Ξέρετε ποιά εἶναι ξεφτέρια; Τὰ Ἑξαπτέρυγα. Ἔχουν ἕξι φτερὰ καὶ τὰ χτυποῦν ψάλλοντας τὸ «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος». Νὰ πετᾶτε, νὰ ἔχετε ἕξι φτερά!». (σελ. 83)

Ὁ διάβολος μᾶς βάζει ἔνεση ἀναισθησίας

«Παλιότερα, στὴν Κόνιτσα δὲν ὑπῆρχε Τράπεζα. Ἀναγκάζονταν οἱ ἄνθρωποι νὰ πάνε στὰ Γιάννενα, ὅταν ἤθελαν νὰ πάρουν κανένα δάνειο. Ξεκινοῦσαν λοιπόν μερικοὶ ἀπὸ τὰ γύρω χωριὰ καὶ πήγαιναν ἑβδομῆντα δύο χιλιόμετρα μὲ τὰ πόδια, νὰ πάρουν δάνειο, γιὰ νὰ ἀγοράσουν λ.χ. ἕνα ἄλογο. Τότε, ἂν κανείς εἶχε ἕνα ἄλογο, μποροῦσε νὰ συντηρήσῃ τὴν οἰκογένειά του. Ἔκανε ζευγάρι μὲ τὸ ἄλογο κάποιου ἄλλου καὶ ὄργωνε. Μιὰ φορὰ ξεκίνησε ἕνας νὰ πάῃ στὰ Γιάννενα, νὰ πάρῃ δάνειο, γιὰ νὰ ἀγοράσῃ ἕνα ἄλογο, νὰ ὀργώνει τὰ χωράφια του καὶ νὰ μὴν παιδεύεται νὰ σκάβῃ μὲ τὴν τσάπα. Πῆγε λοιπόν στὴν Τράπεζα, πῆρε τὸ δάνειο καὶ μετὰ πέρασε καὶ ἀπὸ τὰ ἑβραϊκά μαγαζιὰ καὶ χάζευε. Τὸν ἔβλεπε ὁ ἕνας Ἑβραῖος, τὸν τραβοῦσε μέσα. «Πέρνα μέσα, μπάρμπα, ἔχω καλὸ πράγμα!». Ἔμπαινε ἐκεῖνος μέσα, ἄρχιζε ὁ Ἑβραῖος νὰ κατεβάζῃ τὰ τόπια ἀπὸ τὰ ράφια. Τὰ ἔπαιρνε, τὰ τίναζε. «Πάρʹ το», τοῦ ἔλεγε, «εἶναι καλό, καὶ γιὰ τὰ παιδιά σου θὰ σοῦ τὸ δώσω πιὸ φτηνό». Ἔφευγε ἀπὸ τὸν ἕναν, προχωροῦσε παραπέρα, χάζευε σὲ ἄλλον. «Ἔλα, μπάρμπα, μέσα», τοῦ ἔλεγε ὁ Ἑβραῖος, «θὰ σοῦ τὸ δώσω πιὸ φτηνό». Κατέβαζε τὰ τόπια, τὰ ἄνοιγε, τὰ ἅπλωνε. Ζαλίστηκε στὸ τέλος ὁ καημένος. Εἶχε καὶ λίγο φιλότιμο, σοῦ λέει «τώρα τὰ κατέβασε τὰ τόπια, τὰ ἅπλωσε…», καὶ δήθεν «γιὰ τὰ παιδιά του πιὸ φτηνό», ἔδωσε τὰ χρήματα ποὺ εἶχε πάρει ἀπὸ τὴν Τράπεζα καὶ ἀγόρασε ἕνα τόπι πανί, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἦταν χωνεμένο! Μὰ καὶ ἕνα τόπι πανί τί νὰ τὸ κάνῃ; Καὶ ἕνας πλούσιος δὲν ἔπαιρνε ἕνα τόπι πανί· ἔπαιρνε ὅσο τοῦ χρειαζόταν. Τελικὰ γύρισε στὸ σπίτι μὲ ἕνα τόπι σάπιο ὕφασμα! «Ποῦ εἶναι τὸ ἄλογο;», τὸν ρωτᾶν. «Ἔφερα ὕφασμα γιὰ τὰ παιδιά!», λέει. Ἀλλὰ τί νὰ τὸ κάνουν τόσο ὕφασμα; Χρεώθηκε ἐν τῷ μεταξύ στὴν Τράπεζα, καὶ ἄλογο δὲν πῆρε παρὰ ἕνα τόπι πανὶ χωνεμένο. Ἄντε πάλι νὰ πηγαίνῃ νὰ σκάβῃ μὲ τὴν τσάπα στὰ χωράφια, νὰ δυσκολεύεται, γιὰ νὰ ξεχρεώσῃ τὸ δάνειο! Ἂν ἀγόραζε ἄλογο, θὰ ἐπέστρεφε καὶ καβάλα, θὰ ψώνιζε καὶ λίγα πράγματα γιὰ τὸ σπίτι του καὶ δὲν θὰ σκοτωνόταν νὰ σκάβῃ μὲ τὴν τσάπα! Ἀλλὰ γιὰ νὰ χαζεύῃ στὰ μαγαζιὰ τὰ ἑβραϊκά, εἴδατε τί ἔπαθε; Ἔτσι κάνει καὶ ὁ διάβολος· σὰν τὸν πονηρὸ ἔμπορο σὲ τραβᾶει ἀπὸ ᾿δῶ, σὲ τραβᾶει ἀπὸ ᾿κεῖ, σοῦ βάζει τρικλοποδιές, καὶ τελικὰ σὲ καταφέρνει νὰ πάς ἐκεῖ ποὺ θέλει ἐκεῖνος. Γιὰ ἀλλοῦ ξεκινᾶς καὶ ἀλλοῦ καταλήγεις, ἂν δὲν προσέξης. Σὲ ξεγελᾶει καὶ χάνεις τὰ καλύτερα χρόνια σου». (σελ. 112)

Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσὶ

«… Άλλος έβγαλε τις πλάκες από την οροφή του Ιερού ενός άλλου Ναού και τις πήρε, για να στρώσει την βεράντα του. Έβρεξε, μπήκαν νερά στο Ιερό και έτρεχαν πάνω στην Αγία Τράπεζα. Πήγα μία φορά μέσα, τι να δω! Ήταν εγκαινιασμένος ο Ναός και στο κέντρο της Αγίας Τραπέζης υπήρχε άγιο Λείψανο, ένας σπόνδυλος. Τον πήρα, τον έπλυνα στο χωνευτήρι.
“Τι κάνατε εκεί;” τους είπα μετά. “Ο Ναός είναι εγκαινιασμένος! Βγάλατε τις πλάκες από την σκεπή και όλα τα νερά τρέχουν πάνω στην Αγία Τράπεζα!”
Πήγαν μετά με έναν μάστορα και τα σύμμασαν λίγο. Αλλού έβγαλαν τα σανίδια από το Ιερό, για να κάνουν μουράγιο. Σηκώθηκε φουρτούνα, πήρε και τα σανίδια και τα τσιμέντα. Και δεν καταλαβαίνουν πόση ανευλάβεια έχουν όλα αυτά!

Θυμάμαι, εκεί στην Κόνιτσα ήταν ένας παππούς που κυνηγούσε τα παιδιά, γιατί έξυναν τον τοίχο της Εκκλησίας· το θεωρούσε ανευλάβεια. Και τώρα πού φθάσαμε!»

(σελ. 140)

Τί εὐλάβεια εἶχαν παλιὰ

«– Γέροντα, τὴν εὐλάβεια ποὺ εἶχαν οἱ Φαρασιῶτες τοὺς τὴν εἶχε καλλιεργήσει ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος;

– Τὴν εἶχαν τὴν εὐλάβεια, τὴν καλλιέργησε καὶ ὁ Ἅγιος. Εἶναι ἡ παράδοση. Ὁ γερο‐Πρόδρομος ὁ Κορτσινόγλου, ὁ ψάλτης τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, εἶχε πολλὴ εὐλάβεια. Ἔκανε καὶ ἐκεῖ στὴν Κόνιτσα ψάλτης. Γέρος, ὀγδόντα χρονῶν καὶ παραπάνω, κατέβαινε κάθε μέρα, πρωὶ‐πρωί, στὴν κάτω Κόνιτσα, κοντὰ μισὴ ὥρα μὲ τὰ πόδια, γιὰ νὰ πάη νὰ ψάλῃ στὴν Ἐκκλησία. «Ἐγὼ εἶμαι σκυλὶ τοῦ Χριστοῦ», ἔλεγε. Καὶ τὸν χειμῶνα μὲ τὸ κρύο, μὲ τὶς παγωνιές, οἱ δρόμοι ἦταν πολὺ ἐπικίνδυνοι. Ἔτρεχαν τὰ νερὰ ἀπὸ τὶς βρύσες στὸν κατήφορο καὶ πάγωναν καὶ ἔπρεπε νὰ βρῇς ποῦ νὰ πατήσης, γιὰ νὰ μὴ γλιστρήσης. Καὶ ἐκεῖνος ὅλα τὰ ἀψηφοῦσε. Τέτοια εὐλάβεια!». (σελ. 143)

Τοῦτο ποιῶν ἄνθρακας πυρὸς σωρεύσεις ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ

«Ἦταν ἕνας μέθυσος στὴν Κόνιτσα, ποὺ εἶχε καὶ οἰκογένεια, καὶ τοῦ ἔδινα κάτι. Εἶχαν μάθει μερικοὶ ὅτι τὸν βοηθοῦσα τὸν καημένο, γιατί καὶ ὁ ἴδιος τὸ ἔλεγε, καὶ μοῦ εἶπαν: «Μὴν τοῦ δίνης· αὐτὸς πίνει». Ἐκεῖνος μοῦ ἔλεγε «δῶσʹ μου γιὰ τὰ παιδιά μου», καὶ ἐγώ, ὅταν τοῦ ἔδινα, τοῦ ἔλεγα: «Πάρε αὐτὰ γιὰ τὰ παιδιά σου». Ἤξερα ὅτι πίνει, ἀλλὰ ἤξερα ὅτι αὐτὸς ὁ λόγος θὰ τὸν βοηθήση λίγο· θὰ πηγαίνῃ νὰ πίνη, ἀλλὰ θὰ σκέφτεται καὶ λίγο τὰ παιδιά του. Ἂν δὲν τοῦ ἔδινα, θὰ βασάνιζε τὴν γυναίκα του, γιατί θὰ τῆς ἔπαιρνε ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ ἔβγαζε ἐκεῖνη – πήγαινε ἡ καημένη καὶ ξενοδούλευε – καὶ θὰ ἔπινε, καὶ τὰ παιδιά του θὰ δυστυχοῦσαν πιὸ πολύ. Ὅταν ὅμως τοῦ ἔλεγα «πάρε γιὰ τὰ παιδιά σου», θυμόταν καὶ λίγο τὰ παιδιά του. Κατάλαβες; Τὸν πονοῦσα, καὶ αὐτὸ ἦταν πολύ αἰσθητό· δούλευε μέσα του. Πολλοὶ ἔχουν βοηθηθῆ ἔτσι. Μερικοί, ἐπειδὴ τοὺς πεῖραζε ὕστερα ἡ συνείδηση, ἔστελναν τὰ χρήματα πίσω». (σελ. 172)

Ὅσοι πεθαίνουν παλληκαρίσια, δὲν πεθαίνουν

«Στὴν Κατοχὴ, τότε μὲ τὸν Δαβάκη, οἱ Ἰταλοὶ εἶχαν κάνει συλλήψεις νέων ἀξιωματικῶν, τοὺς ἔβαλαν σὲ ἕνα καράβι καὶ τοὺς βούλιαξαν. Ὕστερα, τοὺς πρώτους ποὺ ἔπιασαν, τοὺς βασάνισαν, γιὰ νὰ μαρτυρήσουν ποιοί ἔχουν ὅπλα. Ἐκεῖ νὰ δῆτε κοσμικοὶ ἄνθρωποι τί θυσία ἔκαναν!

Στὴν Κόνιτσα, κοντὰ στὸ σπίτι μας, ἐκεῖ ποὺ ἔχτισαν τώρα τὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, πρῶτα ἦταν τζαμί. Τοὺς ἔκλειναν μέσα στὸ τζαμὶ καὶ τοὺς ἔδερναν ὅλη τὴν νύχτα μὲ βούρδουλα ποὺ εἶχε ἐπάνω κολτσίδες ὅλο ἀγκάθια ἢ μὲ καλώδια γδαρμένα· ἔβγαιναν ἔξω τὰ σύρματα, ἔδεναν καὶ στὴν ἄκρη μολύβια καὶ μ’ αὐτὰ τοὺς χτυποῦσαν· καὶ αὐτὸ τὸ ἀτσαλένιο σύρμα πήγαινε καὶ ἔγδερνε τὸ δέρμα. Γιὰ νὰ μὴν ἀκούγωνται οἱ φωνές, τραγουδοῦσαν ἢ ἔβαζαν μουσική. Ἀπὸ ᾿δῶ βγῆκε τὸ «ξύλο μετὰ μουσικῆς».

Τοὺς κρεμοῦσαν καὶ ἀνάποδα καὶ ἔβγαζαν οἱ καημένοι αἷμα ἀπὸ τὸ στόμα, ἀλλὰ δὲν μιλοῦσαν, γιατὶ σκέφτονταν: «Ἂν μαρτυρήσουμε ἐμεῖς – ἤξεραν ποιοί εἶχαν ντουφέκια –, ὕστερα θὰ χτυποῦν τὸν καθέναν, γιὰ νὰ μαρτυρήση». Γι’ αὐτὸ οἱ πρῶτοι εἶπαν: «Ἂς πεθάνουμε ἐμεῖς, γιὰ νὰ τοὺς ἀποδείξουμε ὅτι δὲν ἔχουν οἱ ἄλλοι ντουφέκια».

Καὶ ἦταν μερικοὶ ποὺ γιὰ μιὰ ὀκὰ ἢ γιὰ πέντε ὀκάδες ἀλευρι ἔλεγαν ὅτι ὁ τάδε π.χ. ἔχει δύο ντουφέκια. Πεινοῦσε ὁ κόσμος καὶ πρόδιδαν τοὺς ἄλλους. Ὁπότε καὶ μερικοὶ Ἰταλοὶ ἀπὸ ἕνα τάγμα ποὺ ἦταν νόθα παιδιὰ καὶ ἦταν βάρβαροι μὲ ὅλα τὰ κόμπλεξ ποὺ εἶχαν, ἔβγαζαν τὸ ἄχτι τους.

Ἔπαιρναν τὰ μικρὰ παιδιά, τὰ ἔβαζαν τὰ καημένα γυμνὰ πάνω στὴν μασίνα ποὺ ἔκαιγε καὶ τὰ πατοῦσαν νὰ καοῦν. Τὰ ἔκαιγαν, γιὰ νὰ μαρτυρήσουν οἱ γονεῖς ποῦ ἔχουν τὸ ντουφέκι. «Δὲν ἔχω, δὲν ἔχω», ἔλεγαν οἱ μεγάλοι καὶ ἐκεῖνοι ἔκαιγαν τὰ παιδάκια.

Θέλω νὰ πῶ, ἐκεῖνοι προτίμησαν νὰ πεθάνουν, ἂν καὶ ἦταν κοσμικοὶ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ μὴ φᾶνε καὶ οἱ ἄλλοι ξύλο ἢ γιὰ νὰ μὴν τοὺς σκοτώσουν. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔσωσαν πολὺ κόσμο. Ἔτσι ἀπὸ μερικὰ παλληκάρια κρατήθηκε τὸ Ἔθνος!» (σελ. 204)

Τί παλληκαριά ὑπῆρχε παλιὰ

Ἐκεῖνα τὰ χρόνια ἦταν καὶ οἱ μητέρες παλληκάρια καὶ τὰ παιδιά παλληκάρια

Στὴν Κόνιτσα, θυμᾶμαι, μιὰ γειτόνισσα ποὺ ἦταν σὲ ἐνδιαφέρουσα, πῆγε μόνη της μιὰμιση ὥρα μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη στὸ χωράφι καὶ τσάπιζε καλαμπόκια. Ἐκεῖ γέννησε τὸ παιδάκι, τὸ πῆρε στὴν ποδιά της καὶ γύρισε στὸ χωριό.

«Ἔχω καὶ μωράκι», μᾶς εἶπε περνώντας ἀπὸ τὴν πόρτα μας.

Ἦταν καὶ Κατοχή, δύσκολα χρόνια.

Τώρα ὑπάρχουν γυναῖκες ποὺ ἀπὸ φόβο κάθονται ἕξι–ἑπτὰ μῆνες ξαπλωμένες, γιὰ νὰ γεννήσουν ἕνα παιδί. Ἄλλο ἐκεῖνες ποὺ ἔχουν λόγους ὑγείας. (σελ. 216)

Ὅποιος δὲν φοβᾶται τὸν θάνατο, τὸν φοβᾶται ὁ θάνατος

 

– Γέροντα, πῶς φεύγει ὁ φόβος;
– Μὲ τὴν παλληκαριά. Ὅσο φοβᾶται κανεὶς, τόσο πιὸ πολὺ ἔρχεται ὁ πειρασμός. Αὐτὸς ποὺ ἔχει δειλία πρέπει νὰ προσπαθήσει νὰ τὴν διώξει. Ἐγώ, ὅταν ἤμουν μικρός, φοβόμουν νὰ περάσω στὴν Κόνιτσα ἔξω ἀπὸ τὸ κοιμητήρι. Γι’ αὐτὸ κοιμήθηκα τρία βράδυα στὸ κοιμητήρι καὶ ἔφυγε ὁ φόβος. Ἔκανα τὸν σταυρό μου καὶ ἔμπαινα μέσα οὔτε φακὸ ἄναβα, μὴν πάθῃ κανεὶς καμμιὰ λαχτάρα. Ἂν δὲν ἀγωνισθεῖ κανεὶς νὰ ἀνδρωθεῖ καὶ ἂν δὲν ἀποκτήσει τὴν πραγματικὴ ἀγάπη, σὲ μιὰ δύσκολη περίσταση θὰ τὸν κλαῖνε καὶ οἱ κουκουβάγιες. (σελ. 218)

Τὸ θάρρος εἶναι μεγάλη ὑπόθεση

 

«Νὰ μὴν πανικοβάλλεσθε.
Ἰδίως οἱ γυναῖκες εὔκολα πανικοβάλλονται. Στὴν Κατοχὴ, θυμᾶμαι, ἔπρεπε κάποτε νὰ πάμε σὲ ἕνα μέρος δυὸ ὧρες ἔξω ἀπὸ τὴν Κόνιτσα. Τὰ παιδιά προχώρησαν μπροστά, βρῆκαν κράνη καὶ ροῦχα στρατιωτικὰ ἀπὸ Ἕλληνες στρατιώτες, τὰ φόρεσαν καὶ πήγαν σὲ ἕνα ἐξωκλήσι τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Εἶχα πάει καὶ ἐγὼ ἐκεῖ νὰ προσκυνήσω. Δεκαεπτὰ χρονῶν ἤμουν. Μόλις τὰ εἶδαν οἱ μανάδες ἀπὸ μακριά, ἄρχισαν νὰ φωνάζουν «Ἦρθαν οἱ Ἰταλοί!» καὶ γύρισαν νὰ φύγουν. Δὲν ρίχνουν μιὰ ματιὰ νὰ δοῦν τί εἶναι. Κράνη ἑλληνικὰ φοροῦσαν τὰ παιδιά, καὶ αὐτὲς τὰ νόμισαν γιὰ Ἰταλοὺς καὶ ἔφευγαν φοβισμένες οἱ μανάδες ἀπὸ τὰ παιδιά τους!»

(σελ. 219)

Νὰ πιστέψουμε φιλότιμα στὸν Θεὸ

«Ὅταν ἤμουν μικρὸς, στὴν Κόνιτσα, διάβαζα πολλοὺς βίους Ἁγίων καὶ ἔδινα καὶ στὰ ἄλλα παιδιὰ νὰ διαβάσουν ἢ τὰ μάζευα καὶ διαβάζαμε μαζί. Θαύμαζα τὴν μεγάλη ἄσκηση καὶ τὶς νηστεῖες ποὺ ἔκαναν οἱ Ἅγιοι καὶ προσπαθοῦσα νὰ κάνω καὶ ἐγὼ ὅ,τι ἔκαναν ἐκεῖνοι. Ἀπὸ τὴν νηστεία ὁ λαιμὸς μου εἶχε γίνει σὰν τὸ κοτσάνι ἀπὸ τὸ κεράσι. Τὰ παιδιὰ μὲ πείραζαν. «Θὰ πέσῃ τὸ κεφάλι σου!», μοῦ ἔλεγαν. Τί τραβοῦσα! Τέλος πάντων. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ μεγάλος μου ἀδελφός, ἐπειδὴ ἀρρώσταινα ἀπὸ τὶς νηστεῖες καὶ φοβόταν μήπως δὲν τελειώσω τὸ σχολεῖο, μοῦ ἔπαιρνε τὰ Συναξαράκια τῶν Ἁγίων ποὺ διάβαζα. Μετὰ τὰ ἔκρυβα στὸ δάσος, στὸ ἐξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, καὶ πήγαινα ἐκεῖ κρυφὰ καὶ διάβαζα. Μιὰ μέρα κάποιος γείτονας, ὀνόματι Κώστας, εἶπε στὸν ἀδελφό μου: «Θὰ τὸν κάνω ἐγὼ νὰ ἀλλάξῃ μυαλό, νὰ πετάξῃ αὐτὰ τὰ βιβλία ποὺ διαβάζει καὶ νὰ ἀφήσῃ καὶ τὶς νηστεῖες καὶ τὶς προσευχές». Μὲ βρῆκε λοιπόν  ἤμουν περίπου δεκαπέντε χρονῶν τότε  καὶ ἄρχισε νὰ μοῦ λέῃ τὴν θεωρία τοῦ Δαρβίνου. Ἔλεγε‐ἔλεγε, ὥσπου μὲ ζάλισε. Ἔτσι ὅπως ἤμουν ζαλισμένος, πήγα κατ᾿ εὐθεῖαν στὸ δάσος, στὸ ἐξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας. Μπῆκα μέσα καὶ ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Χριστό. «Χριστέ μου, ἂν ὑπάρχῃς, νὰ μοῦ παρουσιασθῇς», ἔλεγα καὶ ἔκανα συνέχεια γιὰ πολλὴ ὥρα μετάνοιες. Ἦταν καλοκαίρι. Ὁ ἱδρώτας ἔτρεχε, εἶχα γίνει μούσκεμα· εἶχα ἀποκάμει τελείως. Ἀλλὰ οὔτε εἶδα οὔτε ἄκουσα τίποτε. Οὔτε ὁ Θεὸς νὰ μὲ οἰκονομήσῃ λίγο, ἔστω μὲ ἕνα μικρὸ σημεῖο, κάποιον κρότο, κάποια σκιὰ· παιδὶ ἤμουν στὸ κάτω‐κάτω. Καὶ ἂν τὸ ἔβλεπε κανεὶς ἀνθρωπίνως ἢ μὲ τὴν λογική, θὰ ἔλεγε: «Κρίμα, Θεέ μου, τὸ ταλαίπωρο! Ἀπὸ ἕντεκα χρονῶν ἀνέβαινε στὰ βράχια, ἔκανε τέτοια ἄσκηση, καὶ τώρα περνᾶει μιὰ κρίση. Τὸ ζάλισε ὁ ἄλλος μὲ κάτι ἀνόητες θεωρίες. Μέσα στὸ σπίτι ἔχει δυσκολίες ἀπὸ τὸν ἀδελφό του. Ἔφυγε στὸ δάσος, γιὰ νὰ Σοῦ ζητήσῃ βοήθεια…». Ὅμως τίποτε‐τίποτε‐τίποτε! Ἀποκαμωμένος ἀπὸ τὶς πολλὲς μετάνοιες κάθισα λίγο κάτω. Τότε σκέφθηκα: «Καλά, ὅταν ρώτησα τὸν Κώστα τί γνώμη ἔχει ἐκεῖνος γιὰ τὸν Χριστό, τί μοῦ εἶπε; “Ἦταν ὁ πιὸ καλός, ὁ πιὸ δίκαιος ἄνθρωπος”, μοῦ εἶχε πεῖ, καί, ἐπειδὴ κήρυττε δικαιοσύνη, θίχτηκαν τὰ συμφέροντα τῶν Φαρισαίων καὶ Τὸν σταύρωσαν ἀπὸ φθόνο». Τότε εἶπα: «Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἦταν τόσο καλὸς ἄνθρωπος, τόσο δίκαιος, καὶ δὲν εἶχε παρουσιασθῆ ποτὲ ἄλλος ὅμοιός Του, καὶ οἱ ἄλλοι ἀπὸ φθόνο καὶ κακία Τὸν θανάτωσαν, ἀξίζει γι᾿ Αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνω περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἔκανα, ἀκόμη καὶ νὰ πεθάνω». Μόλις τὸ ἀντιμετώπισα ἔτσι, παρουσιασθηκε ὁ Χριστὸς μέσα σὲ πολὺ φῶς  ἔλαμψε τὸ ἐκκλησάκι  καὶ μοῦ εἶπε: «Ἐγὼ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται». Τὰ λόγια αὐτὰ διάβαζα καὶ στὸ ἀνοιχτὸ Εὐαγγέλιο, τὸ ὁποῖο κρατοῦσε στὸ ἕνα χέρι. Μοῦ ἔκανε τέτοια ἀλλοίωση ἐσωτερική, ποὺ ἔλεγα συνέχεια: «Ἔλα τώρα ἐδῶ, Κώστα, νὰ τὰ ποῦμε, ἂν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ Θεός». Βλέπεις, ὁ Χριστός, γιὰ νὰ παρουσιασθῆ, περίμενε τὴν δική μου φιλότιμη ἀντιμετώπιση. Καὶ ἂν ἀπὸ ἕνα παιδὶ ζητᾶ τὴν φιλότιμη ἀντιμετώπιση, πόσο μᾶλλον ἀπὸ ἕναν μεγάλο;». (σελ. 262)

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Γ’ «Πνευματικὸς Ἀγώνας»

Ἡ πεῖρα ἀπὸ τὶς πτῶσεις μας

«Θυμᾶμαι, στὸ σπίτι, στὴν Κόνιτσα, εἴχαμε ἕξι ἄλογα, μεγάλα καὶ μικρά. Μιὰ μέρα ποὺ τὰ περνοῦσα ἀπὸ ἕνα γεφυράκι φτιαγμένο μὲ κορμοὺς δένδρων καὶ σανίδια, ἕνας σαπισμένος κορμὸς ὑποχώρησε καὶ τὸ πόδι τοῦ πιὸ μικροῦ ἀλόγου, ποὺ ἦταν τεσσάρων χρόνων, πιάσθηκε ἀνάμεσα στὰ ξύλα. Ἀπὸ τότε, ἂν καὶ ἔφτιαξα μεγαλύτερο τὸ γεφυράκι καὶ ἔβαλα γερὰ ξύλα, ἐν τούτοις, ὅταν φθάναμε ἐκεῖ, τὸ ἀλογάκι ἀντιστεκόταν, κουνοῦσε τὸ κεφάλι πέρα–δῶθε καὶ ἢ ἔσπαζε τὸ καπίστρι καὶ ἔφευγε ἢ ἔδινε μιὰ καὶ πηδοῦσε ἀπέναντι. Ἂν τὸ ἄλογο τῶν τεσσάρων χρόνων, ποὺ εἶναι ἄλογο, χρησιμοποῖησε τὴν πεῖρα καὶ δὲν ξαναπάτησε τὸ πόδι του στὸ γεφύρι, πόσο μᾶλλον ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ χρησιμοποιῇ τὴν πεῖρα ἀπὸ τὶς πτώσεις του!»
(σελ. 140)

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οἰκογενειακή Ζωή»

Ἡ δουλειὰ εἶναι εὐλογία

«– Γέροντα, πα­λιὰ ἔ­λε­γαν: «Κα­λύ­τε­ρα νὰ λει­ώ­νης σό­λες πα­ρὰ κου­βέρ­τες». Τί ἐν­νο­οῦ­σαν;

  – Ἤ­θε­λαν νὰ ποῦν: «Κα­λύ­τε­ρα νὰ λει­ώ­νης σό­λες δου­λε­ύ­ον­τας πα­ρὰ νὰ μέ­νης στὸ κρεβ­βά­τι τεμ­πε­λι­ά­ζον­τας». Ἡ δου­λειὰ εἶ­ναι εὐ­λο­γί­α, εἶ­ναι δῶ­ρο Θε­οῦ. Δίνει ζων­τά­νια στὸ σῶ­μα, φρε­σκά­δα στὸν νοῦ. Ἐ­ὰν δὲν ἔ­δι­νε ὁ Θε­ὸς τὴν δου­λειά, θὰ μο­ύ­χλια­ζε ὁ ἄν­θρω­πος. Ὅ­σοι εἶ­ναι ἐρ­γα­τι­κοί, ἀ­κό­μη καὶ στὰ γε­ρά­μα­τά τους δὲν στα­μα­τοῦν νὰ δου­λε­ύ­ουν. Ἂν στα­μα­τή­σουν τὴν δου­λειά, ἐ­νῶ ἀ­κό­μη ἔ­χουν δυ­νά­μεις, με­λαγ­χο­λί­α θὰ πά­θουν. Αὐ­τὸ εἶ­ναι θά­να­τος γι᾿ αὐ­το­ύς. Θυ­μᾶ­μαι, ἕ­να γε­ρον­τά­κι στὴν Κόνιτσα, κον­τὰ ἐ­νε­νῆν­τα χρο­νῶν, συ­νέ­χεια δο­ύ­λευ­ε. Τε­λι­κὰ πέ­θα­νε στὸ χω­ρά­φι, δυ­ὸ ὧ­ρες μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι». (σελ. 165)

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετές»

Τὸ βάσανο τοῦ βολέματος

«Στὴν Κατοχή, τὸ 1941, ἐπειδὴ οἱ Γερμανοὶ ἔμπαιναν στὰ χωριὰ, ἔβαζαν φωτιὲς καὶ σκότωναν, εἴχαμε φύγει ἀπὸ τὴν Κόνιτσα καὶ εἴχαμε ἀνεβῆ στὸ βουνό. Τὴν ἡμέρα ποὺ οἱ Γερμανοὶ μπῆκαν στὴν Κόνιτσα, τὰ δύο ἀδέρφια μου εἶχαν πάει νωρὶς τὸ πρωὶ κάτω στὸν κάμπο, στὸ χωράφι ποὺ εἴχαμε καλαμπόκια, νὰ σκαλίσουν. Μόλις ἄκουσα ὅτι ἔφθασαν οἱ Γερμανοί, λέω στὴν μητέρα μου: «Θὰ πάω στὸ χωράφι νὰ τοὺς εἰδοποιήσω». Ἐκείνη δὲν μ᾿ ἄφηνε, γιατὶ ὅλοι τῆς ἔλεγαν: «Οἱ ἄλλοι ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶναι χαμένοι. Μὴν τὸ ἀφήνεις κι αὐτὸ νὰ πάῃ, γιατὶ θὰ χαθῇ κι αὐτό». Ποῦ ν᾿ ἀκούσω ἐγώ! Φορᾶω τὰ ἄρβυλα καὶ τρέχω κάτω στὸν κάμπο. Ἀπὸ τὴν βία μου ὅμως δὲν τὰ ἔδεσα καλά καί, καθὼς περνοῦσα μέσα ἀπὸ ἕνα ποτισμένο χωράφι, κόλλησαν τὰ ἄρβυλα στὴν λάσπη. Τὰ ἀφήνω καὶ τρέχω ξυπόλυτος μέσα ἀπὸ τὴν ποταμιά ποὺ ἦταν γεμάτη τριβόλια. Περίπου μία ὥρα, καλοκαίρι μέσα στὴν ζέστη, ἔτρεχα ξυπόλυτος πάνω στὰ τριβόλια, ἀλλὰ οὔτε κἂν καταλάβαινα πόνο. Φθάνω στὸ χωράφι μας, πάω κοντὰ στὰ ἀδέρφια μου ἐκεῖ ποὺ σκάλιζαν. «Ἦρθαν οἱ Γερμανοί», τοὺς λέω, «πᾶμε νὰ κρυφτοῦμε». Ὁπότε βλέπουμε τοὺς Γερμανοὺς νὰ ἔρχονται μὲ τὰ ὅπλα. «Συνεχίστε», τοὺς λέω, «νὰ σκαλίζετε μὲ τὶς τσάπες κι ἐγὼ θὰ κάνω πὼς ἀραιώνω τὰ καλαμπόκια καὶ ξεβοτανίζω». Πέρασαν λοιπόν οἱ Γερμανοὶ καὶ δὲν μᾶς πείραξαν· δὲν μᾶς εἶπαν τίποτε. Ὕστερα εἶδα ὅτι τὰ πόδια μου ἀπὸ τὰ τριβόλια εἶχαν γίνει ὅλο πληγές· μὲχρι τότε δὲν εἶχα καταλάβει τίποτε. Ἐκεῖνο τὸ τρέξιμο εἶχε χαρά! Εἶχε τὴν χαρὰ τῆς θυσίας. Νὰ ἄφηνα τὰ ἀδέρφια μου; Ἂν δὲν ἔτρεχα καὶ πάθαιναν κάτι, μετὰ θὰ ἦταν γιὰ μένα βάσανο. Καὶ ἀσυνείδητος νὰ ἤμουν, θὰ εἶχα μετὰ τὸ βάσανο τοῦ βολέματος». (σελ. 46)

Ἡ ὑπερηφάνεια γελοιοποιεῖ τὸν ἄνθρωπο

«Πόσο συμπαθὴς εἶναι ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος καὶ πόσο ἀποκρουστικὸς ὁ ὑπερήφανος! Τὸν ὑπερήφανο κανεὶς δὲν τὸν ἀγαπάει, ἀκόμη καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀποστρέφεται. Βλέπεις, καὶ τὰ μικρὰ παιδιά, ἂν δοῦν κανένα παιδὶ λίγο ὑπερήφανο, τὸ κοροϊδεύουν, ἐνῶ ἕνα παιδὶ σιωπηλό, συνετό, πόσο τὸ ἐκτιμοῦν! Ἤ, ἂν δοῦν κανέναν νὰ περπατᾶῃ καμαρωτὸς-καμαρωτός, τὸν παίρνουν μυρωδιὰ καὶ τὸν κοροϊδεύουν. Θυμᾶμαι κάποιον στὴν Κόνιτσα πού, ἐνῶ πέθαινε ἀπὸ τὴν πεῖνα, φοροῦσε κάθε μέρα κοστούμι, γραβάτα καὶ ρεπούμπλικο καὶ ἔβγαινε στὴν πλατεία καμαρωτός. Τὰ παιδάκια, μόλις τὸν ἔβλεπαν, πήγαιναν ἀπὸ πίσω του καὶ παρίσταναν πῶς περπατοῦσε. Μικρούτσικα παιδάκια τώρα! Πόσο μᾶλλον οἱ μεγάλοι καταλαβαίνουν τὸν ὑπερήφανο ἄνθρωπο! Μὴ βλέπης ποὺ δὲν μιλοῦν, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἐκθέσουν· ἀπὸ μέσα τους ὅμως ἀηδιάζουν». (σελ. 85)

Νὰ μὴ βγάζουμε εὔκολα συμπεράσματα

Ξέρετε τι είχα πάθει μία φορά; Είχαμε πάει με έναν γνωστό μου να λειτουργηθούμε σε ένα μοναστήρι στο Μονοδένδρι, εννιά ώρες περίπου μακριά από την Κόνιτσα. Όταν μπήκαμε στον ναό, ο γνωστός μου στάθηκε στο αναλόγιο, για να ψάλει, κι εγώ πήγα στο στασίδι πίσω από τον ψάλτη· παρακολουθούσα κι έψελνα σιγανά. Κάποια στιγμή ήρθε μία γυναίκα με μαύρα, σχετικά νέα, στάθηκε δίπλα μου και συνέχεια με κοιτούσε. Με κοιτούσε, έκανε τον σταυρό της· με κοιτούσε, έκανε τον σταυρό της… Είχα αγανακτήσει. «Βρε, παιδάκι μου», έλεγα μέσα μου, «τι σόι άνθρωπος είναι αυτή; Μέσα στον κόσμο, μέσα στην εκκλησία, τι κοιτάζει έτσι;». Εγώ τις αδελφές μου, όταν περνούσαν στον δρόμο δίπλα μου, δεν τις έβλεπα. Πήγαιναν μετά στο σπίτι και έκαναν παράπονα στην μάνα μας: «Με είδε ο Αρσένιος», έλεγαν, «και δεν μου μίλησε!». «Καλά», μου έλεγε μετά η μητέρα μου, «βλέπεις τις αδελφές σου στον δρόμο και δεν τις μιλάς;». «Εγώ θα κοιτάζω αν αυτή που περνάει δίπλα μου είναι η αδελφή μου;», της έλεγα. «Ένα σωρό σόι έχουμε. Αυτό θα κάνω;». Θέλω να πω, είχα κάτι τέτοιες ακρότητες. Να περνά τώρα δίπλα σου η αδελφή σου και να μην της μιλάς! Τέλος πάντων… Μόλις λοιπόν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, πήγε αυτή η μαυροφορεμένη και παρακάλεσε τον ιερέα να μου πει να πάω στο σπίτι της, γιατί έμοιαζα πολύ με το παιδί της που είχε σκοτωθεί στον πόλεμο! Όταν πήγα στο σπίτι της, είδα την φωτογραφία του παιδιού της· πραγματικά, μοιάζαμε σαν αδέλφια! Αυτή η καημένη με κοιτούσε μέσα στην εκκλησία και έκανε τον σταυρό της σαν να έβλεπε το παιδί της. Κι εγώ έλεγα: «Την αθεόφοβη, μέσα στην εκκλησία πώς κοιτάζει!». Ω, μετά ξέρετε πώς με είχε λιώσει αυτό το περιστατικό; «Για δες», είπα, «εσύ να έχεις τέτοιους λογισμούς, ότι ποιος ξέρει τι γυναίκα είναι και μέσα στην εκκλησία να μην ντρέπεται καθόλου…, και αυτή η φουκαριάρα να έχει χάσει το παιδί της και να έχει τον καημό της!»

Μια άλλη φορά κατέκρινα τον αδελφό μου που ήταν φαντάρος. Μου έστειλε μήνυμα ο σιτιστής: «Έδωσα στον αδελφό σου δύο μπετόνια με λάδι· τι έγιναν τα μπετόνια;». «Μα, αυτός εκεί πέρα», είπα, «έφερνε στο σπίτι τους στρατιώτες και τους φιλοξενούσαμε, τώρα πώς το έκανε αυτό, να πάρει λάδι από τον στρατό;». Οπότε πιάνω και γράφω στον αδελφό μου αγανακτισμένος ένα γράμμα… Κι εκείνος μου απαντάει: «Τα μπετόνια να τα ζητήσεις από τη νεωκόρο της κάτω εκκλησίας»! Αυτός το λάδι το είχε στείλει στην εκκλησία της κάτω Κόνιτσας, γιατί ήταν φτωχή. «Χρόνια πολλά», είπα τότε στον εαυτό μου. «Την άλλη φορά κατέκρινες εκείνη τη φουκαριάρα· τώρα τον αδελφό σου. Άλλη φορά τίποτε-τίποτε!». Θέλω να πω, όταν είδα ότι έπεφτα έξω στις κρίσεις μου, εξέταζα τον εαυτό μου: «Στην τάδε περίπτωση είχα πει για τον άλλον ότι ενήργησε έτσι, αλλά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Άλλη φορά άλλο συμπέρασμα είχα βγάλει κι αλλιώς ήταν». Έτσι έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του. «Άλλη φορά», είπα, «δεν θα κρίνεις καθόλου. Τελεία-παύλα! Είσαι στραβός και όλα στραβά και ανάποδα τα βλέπεις. Κοίταξε να γίνεις σωστός άνθρωπος». Και μετά, όταν μου φαινόταν κάτι στραβό, έλεγα: «Κάτι καλό θα είναι, αλλά εγώ δεν το καταλαβαίνω· όσες φορές έβαλα αριστερό λογισμό, έπεσα έξω». Όταν πλέον σιχάθηκα τον εαυτό μου, με την καλή έννοια, όλους τους δικαιολογούσα· για τους άλλους έβρισκα πάντα ελαφρυντικά και μόνον τον εαυτό μου κατέκρινα. Αλλά, εάν ο άνθρωπος δεν παρακολουθεί τον εαυτό του, όλα τα περνάει απαρατήρητα και μετά στην Κρίση θα είναι αναπολόγητος.

Θέλει παλληκαριά, για να κοπεί η κατάκριση.

Λοιπόν:

Καλή Αρχή. STOP.
STOP των κριτικών λογισμών. Αμήν.
Καλή εξάγνιση του νου και της καρδιάς. Αμήν.

(σελ. 114)

Ὅποιος θάβει τὰ δικά του χαρίσματα, ζηλεύει τὰ χαρίσματα τῶν ἄλλων

– «Γέροντα, ζηλεύω μερικές αδελφές, γιατί έχουν ορισμένα χαρίσματα που ἐγὼ δεν τὰ ἔχω».
– «Σ᾿ ἐσένα ὁ Θεὸς ἔδωσε τόσα χαρίσματα κι ἐσὺ ζηλεύεις τὰ χαρίσματα τῶν ἄλλων; Μου θυμίζεις τὴν κόρη ἑνὸς ζαχαροπλάστη ποὺ εἴχαμε στὴν Κόνιτσα. Ὁ πατέρας της τῆς ἔδινε κάθε μέρα ἕνα μικρὸ κομμάτι ραβανί, για νὰ μὴν τὴν πειράξει τὸ μεγάλο, καὶ αὐτὴ ἔβλεπε τὰ παιδιά στὸ σχολεῖο ποὺ ἔτρωγαν μεγάλο κομμάτι μπομπότα, καὶ τὰ ζήλευε.
«Τί μεγάλο κομμάτι τρώνε αὐτὰ!», ἔλεγε. «Ἐμένα ὁ πατέρας μου μικρὸ μοῦ δίνει».
Ζήλευε τὴν μπομπότα ποὺ ἔτρωγαν τὰ ἄλλα παιδιά, ἐνῶ αὐτὴ εἶχε ὁλόκληρο ζαχαροπλαστεῖο καὶ ἔτρωγε ραβανί!
Θέλω νὰ πῶ, κι ἐσὺ δὲν ἐκτιμᾶς τὰ μεγάλα χαρίσματα ποὺ σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἀλλὰ βλέπεις τὰ χαρίσματα τῶν ἄλλων καὶ ζηλεύεις».

(σελ. 125)

Να βγάζουμε τον εαυτό μας από την αγάπη μας

– Μπορεί, Γέροντα, μέσα στην θυσία να υπάρχει θέλημα;
– Ναι, μπορεί. Θυμάμαι – λαϊκός ήμουν ακόμη –, κάποιος Κονιτσιώτης αμέσως μετά την Ανάσταση έλεγε εις επήκοον πάντων:
«Θα πάω πάνω στο μοναστήρι, στην Παναγία, να ανάψω τα καντήλια».
Με τον τρόπο όμως που το έλεγε, έβλεπες ότι είχε υπερηφάνεια, θέλημα…
Πήγαινε λοιπόν τη νύχτα πάνω στο μοναστήρι, για να ανάψει τα καντήλια, δύο ώρες δρόμο να πάει και δύο να γυρίσει.
Και τι δρόμο; κακόδρομο! Και στο εκκλησάκι ήταν όλα εγκαταλελειμμένα, πεταμένα εδώ κι εκεί· πού να βρει καντηλήθρα και φιτίλι!
Και τελικά, έκανε όλον αυτόν τον κόπο και όλα πήγαιναν χαμένα.
Αν του έλεγε κανείς: «τώρα που θα πας στο σπίτι, άναψε το καντήλι», μπορεί και να μην το άναβε!
Αν ήθελε πραγματικά να κάνει θυσία, έπρεπε να πάει απλά, αθόρυβα, στο μοναστήρι και να ανάψει τα καντήλια.

(σελ. 213)

Ἡ καλή ἀνησυχία δὲν σταματᾶ ποτὲ

«Θυμᾶμαι, ὁ πατέρας μου στὴν Κόνιτσα εἶχε δυὸ λαγωνικὰ καλὰ ἐκπαιδευμένα. Ὁ Γερο‐Πρόδρομος ὁ Κορτσινόγλου, ὁ ψάλτης τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, μιὰ φορὰ τοῦ ζήτησε ἕνα κουταβάκι καλὸ ἀπὸ τὴν ἴδια ράτσα, γιὰ νὰ φυλᾷ τὰ ζῷα του, νὰ γαυγίζει δηλαδή, ὅταν θὰ πλησίαζε λύκος. Ὁ πατέρας μου τοῦ ἔδωσε ἕνα. Μιὰ μέρα, ἕνας γείτονας τοῦ Κορτσινόγλου ποὺ ἀγαποῦσε πολὺ τὸ κυνήγι, ἦταν πολὺ στενοχωρημένος, γιατί ἀρρώστησε τὸ σκυλί του καὶ δὲν μποροῦσε νὰ πάη νὰ κυνηγήσει. Ὅταν τὸ ἄκουσε ὁ Γερο‐Πρόδρομος, τοῦ λέει: «Μὴ στενοχωριέσαι· θὰ σοῦ δώσω τὸ δικό μου σκυλί, εἶναι ράτσα Ἐζνεπίδη». Χαρούμενος ὁ γείτονας πήρε τὸ σκυλὶ καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ κυνήγι. Ὅταν ἔφθασε στὸ δάσος, κοῦνησε τὸ χέρι του, ὅπως συνηθίζουν νὰ κάνουν οἱ κυνηγοί, γιὰ νὰ τρέξει τὸ λαγωνικό, ἀλλὰ ἐκεῖνο, ἀντὶ νὰ τρέξει, γύριζε γύρω του, τοῦ ἔγλειφε τὰ πόδια καὶ κοιτοῦσε τὰ χέρια του μήπως ἔχει ψωμί! Βλέπετε, ἦταν καλὸ σκυλί, ἀπὸ ράτσα, ἀλλὰ δὲν εἶχε ἐκπαιδευθῆ, γιὰ νὰ μπορῇ νὰ πιάνη τὸν λαγό, καὶ γύριζε συνέχεια γύρω ἀπὸ τὸν κυνηγό».

(σελ. 321)

Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περὶ Προσευχῆς»

Ἡ βοήθεια τῶν Ἁγίων

«– Γέροντα, ὅταν κάποιος ἔχει ἰδιαίτερη εὐλάβεια σὲ ἕναν Ἅγιο, τί ἔχει συμβεῖ;
– Γιὰ νὰ ἔχει ἰδιαίτερη εὐλάβεια σὲ κάποιον Ἅγιο, πρέπει ὁ Ἅγιος νὰ τοῦ ἔχει μιλήσει μέσα του μὲ τὸν ἕναν ἢ μὲ τὸν ἄλλον τρόπο. Καθένας ἀπὸ κάποιο γεγονὸς ποὺ τοῦ ἔχει συμβεῖ μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς Ἁγίου, ἔχει καὶ μία ἰδιαίτερη ἀγάπη στὸν Ἅγιο αὐτόν. Μπορεῖ νὰ εἶναι σοβαρὸ αὐτὸ τὸ γεγονός, μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἁπλό.

Νά, ἐγώ, ἐπειδὴ ἀπὸ μικρὸς πήγαινα στὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, ἐκεῖ στὴν Κόνιτσα, ἔχω σὲ μεγάλη εὐλάβεια τὴν Ἁγία Βαρβάρα. Ἡ Ἁγία μὲ βοήθησε καὶ στὸν στρατό, ὅταν μὲ πήραν στοὺς ἀσυρματιστές, ἐνῶ ἤμουν ἀγράμματος· μὲ βοήθησε ὕστερα καὶ στὸ Σανατόριο μετὰ τὴν ἐγχείρηση στοὺς πνεύμονες. Τότε οἱ γιατροὶ μοῦ εἶχαν πεῖ ὅτι, μόλις θὰ καθάριζε ὁ πνεύμονας, θὰ ἀφαιροῦσαν τὰ λάστιχα καὶ τὸ μηχάνημα.

Καὶ ἐνῶ θὰ τὰ ἔβγαζαν σὲ πέντε μέρες, εἶχαν περάσει εἴκοσι πέντε μέρες καὶ δὲν τὰ εἶχαν ἀφαιρέσει, καὶ ὑπέφερα πολύ. Τὸ Σάββατο 3 Δεκεμβρίου περίμενα τοὺς γιατροὺς, γιὰ νὰ μὲ ἐλευθερώσουν ἀπὸ τὸ μαρτύριο αὐτό, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν φάνηκαν.

Τὴν Κυριακὴ τὸ πρωί, ποὺ ἦταν ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, λέω:
«Ἂν ἦταν νὰ βοηθήσει ἡ Ἁγία, ἔπρεπε νὰ εἶχε βοηθήσει. Οἱ γιατροὶ ἔφυγαν. Σήμερα, Κυριακή, ἀποκλείεται νὰ ἔρθουν. Τώρα ποιος θὰ μοῦ βγάλει τὰ λάστιχα;».

Εἶπα καὶ καναδυὸ λόγια μὲ παράπονο:
«Ἐγὼ ἄναβα τὰ καντήλια τόσες φορὲς στὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας, τί καντηλήθρες, τί λάδια πήγαινα, τὸ καθάριζα, τὸ βόλευα. Δυὸ λάστιχα νὰ μὴ μοῦ βγάλουν;».

Μετὰ ὅμως σκέφθηκα:
«Φαίνεται, θὰ λύπησα τὴν Ἁγία Βαρβάρα, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν φρόντισε νὰ μοῦ τὰ βγάλουν».

Ξαφνικά ἀκούω θόρυβο.
«Τί γίνεται;» λέω, «κάποιος ἔπαθε κάτι;».
«Ἔρχονται οἱ γιατροί», μοῦ λένε.

Δὲν ξέρω τί τὸν ἔπιασε τὸν διευθυντὴ καὶ εἶπε στοὺς γιατροὺς πρωὶ‐πρωί:
«Νὰ πάτε νὰ βγάλετε τὰ λάστιχα τοῦ καλόγερου!».

Μπαίνουν στὸν θάλαμο καὶ μοῦ λένε:
«Ἔχουμε ἐντολὴ νὰ βγάλουμε τὰ λάστιχα».

Τῆς κακοφάνηκε τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, γιὰτὶ εἶπα καναδυὸ λόγια μὲ παράπονο! Πρέπει νὰ γκρινιάξεις λίγο! Ἀλλὰ καλύτερα εἶναι νὰ μὴν γκρινιάζεις· ἔχει ἀρχοντιά, ἂμα δὲν γκρινιάζεις».

(σελ. 103)

Τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων

 

– Γέροντα, οἱ ἄνθρωποι σήμερα δὲν εὐλαβοῦνται τοὺς Ἁγίους ὅπως παλιά.

– Παλιὰ καὶ αὐτοὶ ποὺ ἔλεγαν ὅτι εἶναι ἄπιστοι, εἶχαν μέσα τους Θεό. Θυμᾶμαι, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦταν οἱ Ἰταλοὶ στὴν Κόνιτσα, πῆρε φωτιά τὸ δάσος, καὶ διαδόθηκε ὅτι τὴν εἶχαν βάλλει οἱ Ἰταλοί, γιὰ νὰ πάνε οἱ Κονιτσιῶτες νὰ τὴ σβήσουν καὶ νὰ τοὺς συλλάβουν.

Ὅταν τὸ ἄκουσαν αὐτὸ οἱ Κονιτσιῶτες, σκορπίστηκαν καὶ ἄφησαν τὸ δάσος νὰ καίγεται. Οἱ Ἰταλοὶ πῆγαν καὶ βρῆκαν τὸν πρόεδρο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἄπιστος, καὶ τοῦ εἶπαν:
– Ποῦ εἶναι οἱ ἄνθρωποι;
– Στὶς δουλειές τους, ἀπάντησε ἐκεῖνος.
– Καὶ γιατί δὲν πήγαν νὰ σβήσουν τὴ φωτιά;
– Ἄ, ἐμεῖς σ᾿ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, τοὺς λέει, ἔχουμε τὸν Ἅγιο Νικόλαο.

(Ἡ Μητρόπολη τῆς Κόνιτσας τιμᾶται στὴ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νικολάου.)

Ἐκεῖνη τὴ στιγμή, ἐνῶ προηγουμένως δὲν ὑπῆρχε κανένα σύννεφο στὸν οὐρανό, μαζεύτηκαν σύννεφα καὶ ἄρχισε νὰ βρέχει καταρρακτωδῶς.

Ὅταν εἶδαν τὸ θαῦμα αὐτὸ οἱ Ἰταλοί, φοβήθηκαν.(σελ. 113)

Meet Our Pastors

Our Directional Leadership Team works together to shape the vision and direction of Find Faith

Craig Groeschel

Senior Pastor
Following a vision God gave him and his wife Amy for a different kind of church, he and a handful of people launched.

Jerry Hurley

Pastor, Team Development Leader
Jerry is responsible for the team and cultural development at and helps shape the overall direction and leadership of the church

Harry Wiley

Pastor, Innovation Leader

Harry is passionate about exploring new ideas and finding practical ways to leverage them for the global Church.

Sam Roberts

Pastor, Campus Leadership
Sam is directly responsible for the leadership of all physical locations and their staff teams, including Campus Pastors.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΟΜΙΟΥ